Μάζα και Ιστορία | Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

Τετάρτη, 21 Δεκέμβριος 2011

Η Νεωτερικότητα διακρίνεται από τη σημασία που αποδίδει στη Μάζα, ως απώτερη πηγή Αυθεντίας (: κινητοποίηση των μαζών – Επανάσταση – Εθνοσυνέλευση – Σύνταγμα). Το αγαπημένο θέμα της νεωτερικής αριστεράς είναι, ως γνωστόν, η γονιμότητα της σχέσης Μάζας και Ιστορίας.

1. Γιατί αποτυγχάνουν οι επαναστάσεις;

Η σχέση Μάζας και Ιστορίας εμφανίζεται στην αριστερή φιλολογία σαν το φαινόμενο της παλίρροιας: πλημμυρίδα και αμπώτιδα. Μόνο που εδώ η περιοδικότητα είναι πάντοτε ανυπότακτη στην επιστημονική οιωνοσκοπία των «επαγγελματιών επαναστατών».

Η πλημμυρίδα είναι η εισβολή των μαζών στο ιστορικό προσκήνιο. Είναι η στιγμή της κατάρρευσης – καταστροφής των εξουσιαστικών δομών.

Η μεγάλη στιγμή της Επανάστασης. Η αμπώτιδα είναι η απόσυρση των μαζών από το ιστορικό προσκήνιο και η επάνοδός τους στην παθητικότητα. Είναι η στιγμή που ανασυγκροτούνται οι εξουσίες και εδραιώνονται. Όταν ο επαναστατικός πυρετός περνάει και οι μάζες αποτραβιούνται, οι πρωταγωνιστές μιλούν πάντοτε για «προδοσία της επανάστασης». Αν η επανάσταση έχει συντριβεί «βάζουμε το όπλο παρά πόδα» και ετοιμαζόμαστε για τον «επόμενο γύρο». Όταν όμως η επανάσταση έχει «νικήσει», για να «εδραιώσει» τη νίκη της, εξοντώνει την ως τότε «επαναστατική πρωτοπορία». «Ο Κρόνος τρώει τα παιδιά του» και ένα νέο εξουσιαστικό σύστημα μπαίνει στη θέση του παλιού. Είναι το γνωστό από την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης «φαινόμενο Θερμιδώρ». Ακολουθεί και επιτείνει την περιθωριοποίηση – παθητικοποίηση της μάζας. Ό,τι επαναστατικό-ελευθεριακό κατακτήθηκε στη μαζική πλημμυρίδα χάνεται στη μαζική αμπώτιδα. Πρόκειται, εν ολίγοις, για τη νεώτερη εκδοχή του τραγικού, όπου ο μαζικός Σίσυφος είναι καταδικασμένος να συνθλίβεται υπό το πέλμα αδυσώπητων δυνάμεων, τις οποίες η δική του κίνηση-απόσυρση έφερε στην εξουσία.

Υπάρχει λύση; Υπάρχει έξοδος από τον φαύλο αυτό κύκλο των σχέσεων Μάζας και Ιστορίας; Απαντήσεις υπάρχουν. Αρνητικές και θετικές.

Σύμφωνα με τις αρνητικές απαντήσεις, η επαναστατική αναταραχή είναι πάντοτε η σύντομη και σπάνια εξαίρεση στη ροή του ιστορικού χρόνου. Η μαζική παθητικότητα είναι ο αιώνιος κανόνας. Γιατί; Γιατί «έτσι είναι η φύση του ανθρώπου». Θεωρίες τύπου Λε Μπον, Καίστλερ κ.ά. μας βεβαιώνουν ότι η νοημοσύνη της μάζας είναι υποτυπώδης και απλώς είναι ανόητοι όσοι πιστεύουν στις δημιουργικές της δυνατότητες. Διαβλέπουμε ασφαλώς εδώ την πόλωση ατομικισμού-κολεκτιβισμού. Ο νεωτερικός ατομικισμός φοβάται πάντα τη μάζα και τις ισοπεδωτικές-κολεκτιβιστικές της εξάρσεις.

Σύμφωνα της θετικές απαντήσεις, με κυριότερες ανάμεσά τους τις μαρξιστικές, το πρόβλημα το δημιουργεί η επαναστατική αμπώτιδα. Πρέπει να κρατήσουμε μόνιμα τις μάζες στους δρόμους: «Διαρκής επανάσταση». «Αδιάκοπη επανάσταση»… Οι παλιότεροι συζητούσαμε με πάθος, την εποχή της Δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης, τις ρομαντικές αυτές υπερεπαναστατικές προτάσεις. Οι «απογοητευμένοι» εκείνης της περιόδου θα θεωρήσουν το θέμα εξαντλημένο, αλλά δεν είναι. Μας το απέδειξε το νεανικό κείμενο του Κώστα Παπαϊωάννου, που είδε το φως της δημοσιότητας το 2003.[2] Στο κείμενο αυτό βρίσκουμε μια άλλη θετική απάντηση, την οποία αξίζει να συζητήσουμε.

Πριν όμως μεταφερθούμε στην ενδιαφέρουσα προβληματική του Παπαϊωάννου, ας σημειώσουμε ότι οι σύγχρονες θετικές ή αρνητικές αξιολογήσεις για την ευφυΐα της μάζας, έχουν τα αντίστοιχά τους στις απόψεις της ελληνικής αρχαιότητας. Υπενθυμίζω τη ρήση του Σόλωνα για τον «χαύνο» μαζικό νου και την αντίθετή της θέση του Αριστοτέλη, ότι στα πολιτικά ζητήματα «κρίνουσιν άμεινον (καλύτερα) οι πολλοί».

2. Η «θεατροκρατία»

Το πρωταρχικό ερώτημα είναι το εξής: Μπορεί να υπάρξει «πετυχημένη» επανάσταση; Υπήρξε ποτέ επανάσταση χωρίς «θερμιδοριανή» υποστροφή; Επανάσταση που να μην «έφαγε τα παιδιά της»; Ή πάντοτε η κίνηση των μαζών, καταλύοντας ένα καθεστώς που κρατά τη μάζα στο περιθώριο, φέρνει στη θέση του ένα άλλο καθεστώς, που κι αυτό επίσης βασίζεται στην περιθωριοποίηση και παθητικοποίηση της μάζας;

Η απάντηση του Παπαϊωάννου είναι κατηγορηματικά θετική. Ναι, έχουμε παράδειγμα. Ήταν ο επαναστατικός πυρετός που ανέβασε τον Πεισίστρατο στην εξουσία, για να οδηγήσει κατόπι την Αθήνα στην άμεση δημοκρατία.

Στο καθεστώς της αρχαίας Αθήνας η μάζα παρέμεινε ενεργή, ελέγχοντας άμεσα το κράτος που δημιούργησε η επαναστατική της κίνηση. Ο έλεγχος εξασφαλιζόταν, μέσω αυτού που ο Πλάτων αποκαλεί «θεατροκρατία»: μέσω του εκστασιαζόμενου στο διονυσιακό θέατρο αθηναϊκού Δήμου.[3] Η ευφυΐα του Παπαϊωάννου βρίσκει στον πλατωνικό όρο «θεατροκρατία» το κλειδί του αινίγματος της αθηναϊκής δημοκρατίας: Διονυσιακή έκσταση. Νομιμοποίηση του Διθυράμβου.[4] Εισαγωγή του Διόνυσου στο κυρίαρχο ολυμπιακό πάνθεο. Τραγωδία, όπου η διονυσιακή έκσταση μετασχηματίζεται σε έκσταση μετοχής στον Κοινό Λόγο, ο οποίος είναι η Δίκη (Δικαιοσύνη), ως συστατική αρχή του κόσμου. Τα πάθη καθαίρονται δι’ ελέου και φόβου και η κοινωνική συνοχή αναπαράγεται χωρίς τη συνδρομή μιας αυτονομημένης καταπιεστικής δύναμης. Ο Νόμος και η Δίκη αρκούν. Έχουμε έτσι το πιο προωθημένο στην ιστορία της ανθρωπότητας πολιτειακό επίτευγμα, όπου δεν έχει θέση ο απότομος χωρισμός του ατόμου από την κοινωνική του ολότητα και τα συναφή παθολογικά φαινόμενα. Έχουμε την πρώτη (και τελευταία) πολιτισμένη κοινωνία, που λειτουργεί χωρίς να έχει ανάγκη αυτό που λέμε κράτος.

Η θέση του Παπαϊωάννου εστιάζεται, λοιπόν, σε δύο σημεία: α) τη σχέση της μάζας με τον τραγικό μύθο και β) τη μετάθεση αυτής της σχέσης από τον μύθο στον λόγο, τη μετατροπή της σε εξατομικευμένη τραγική σχέση με τη Δίκη (την κοσμική δικαιοσύνη).

Το δεύτερο κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί, ενώ συνέβη το επίτευγμα στην αρχαία Αθήνα, δεν μπόρεσε να συμβεί σε καμία από τις άλλες περιπτώσεις, όπου η μάζα κατέβηκε στους δρόμους και διέλυσε το παλιό καθεστώς. Γιατί π.χ. δεν συνέβη στη Συκιώνα; Και κυρίως γιατί δεν συνέβη κατά τις νεότερες εισβολές των μαζών στο ιστορικό προσκήνιο; Εδώ ο Παπαϊωάννου μας προσφέρει μια αξιοσημείωτη επισήμανση: Το πρόβλημα δεν είναι η ανάδυση του Τραγικού καθαυτή. Το Τραγικό είναι σύμφυτο με τους σπασμούς της μάζας. Με τις κρίσεις, τους πολέμους και τις επαναστάσεις. Η κίνηση της μάζας είναι εξ ορισμού τραγική. Το πρόβλημα είναι γιατί η τραγική κίνηση δεν ολοκληρώνεται, δηλαδή να κάνει το άλμα από τον τραγικό Μύθο στον τραγικό Λόγο. Γιατί η νεώτερη δημοκρατία δεν μπόρεσε να είναι κι αυτή μια «θεατροκρατία», ώστε να μην έχει ανάγκη μια γιγάντια κρατική μηχανή ορθωμένη έξω και πάνω από την κοινωνία.

3. Η Δύση και το Τραγικό

Αναζητώντας τον μίτο του προβλήματος ο Παπαϊωάννου μας πηγαίνει στα ευρωπαϊκά ανάλογα του αρχαίου διονυσιακού θεάτρου: στο ελισαβετιανό θέατρο και στο κλασικιστικό μετα-αναγεννησιακό θέατρο.

Στο πρώτο έχουμε Σαίξπηρ και στον δεύτερο Ρακίνα. Ο πρώτος είναι μέγας τραγικός, ο δεύτερος ελάσσων. Αν συγκρίνουμε τα τρία είδη θεατρικού κοινού, το κοινό του αρχαίου διονυσιακού θεάτρου, το κοινό του ελισαβετιανού και το κοινό του κλασικιστικού θεάτρου, θα διαπιστώσουμε ότι οι διαφορές τους εντοπίζονται, πριν απ’ όλα, στον βαθμό μετοχής στο Τραγικό. Το αρχαίο διονυσιακό κοινό όχι μόνο βιώνει ενεργά το Τραγικό, αλλά εξατομικεύει το βίωμα σε μετοχή σε έναν τραγικό Λόγο, ο οποίος είναι συγχρόνως μεταφυσικός, κοσμικός, πολιτειακός, υπαρκτικός, κυριολεκτικά Κοινός. Το ελισαβετιανό κοινό συγκλονίζεται κι αυτό από το τραγικό βίωμα, αλλά μένει εκεί. Το τραγικό βίωμα δεν γίνεται θεμέλιο πολιτειακής συγκρότησης και λειτουργίας. Δεν γίνεται Κοινός Λόγος, θεμελιωτικός πολιτικής αμεσότητας. Εκφράζει τον πνιγμό μιας ατομικότητας, η οποία δεν βρίσκει κοινωνικό χώρο να ξεδιπλώσει τον δυναμισμό της, παρά τον πνιγμό μιας ατομικότητας που μάχεται με τη σκοτεινή-χαοτική πλευρά της κεκτημένης πολιτικής ελευθερίας της. Το κλασικιστικό κοινό έχει ακόμα λιγότερη σχέση με το Τραγικό. Θωρακίζεται απέναντι στο Τραγικό με πλήθος απωθητικές εκλογικεύσεις. Ξορκίζει το Τραγικό. Ο Σαίξπηρ και ο Μάρλοου είναι το ανώτερο σημείο της Δύσης στο δρόμο της συνειδητής βίωσης του Τραγικού. Σημείο όμως πρωτόλειο σε σχέση με το επίπεδο στο οποίο έφτασε ο αθηναϊκός Δήμος.

Θα μπορούσε η Δύση να κάνει το άλμα και να εισέλθει στο «ελληνικό της στάδιο», της μετατροπής του τραγικού μύθου σε τραγικό Κοινό Λόγο; Άγνωστο. Το ζήτημα είναι ότι το κρίσιμο αυτό βήμα δεν έγινε. Στην αμπώτιδα ήρθε ο πουριτανισμός, η ιεραρχημένη κλασικιστική κοινωνία και σάρωσαν την αποκτημένη αίσθηση του Τραγικού, πράγμα που καθόρισε και την κατεύθυνση που πήρε τελικά στη Δύση η ανάπτυξη του ατομικισμού. Στη γενικότερη αυτή εκτροπή μπορούμε ίσως να αναγνωρίσουμε τις επιπτώσεις που είχε η συντριβή των αγροτικών εξεγέρσεων (όπως π.χ. της επανάστασης των «κομμουνιστών» αναβαπτιστών του Τόμας Μύντσερ στη Γερμανία). Δεν θα ήταν άστοχο να σκεφθεί κανείς, ότι αν δεν συντρίβονταν τελείως οι αγροτικές εξεγέρσεις, αν ο προτεσταντισμός δεν έβλεπε το Άτομο σαν την υποκατάσταση του ενός κολεκτιβιστικού Πάπα με τους πολλούς μικρούς ατομικούς Πάπες, εξ ίσου μ’ εκείνον ξένους προς μάζα, τότε ίσως να μην ήταν τόσο «αντεπαναστατική» η εξέλιξη των κατοπινών αστικών επαναστάσεων, να χρειάζονταν, ίσως, λιγότεροι «θερμιδοριανοί» συμβιβασμοί…

Η διαδρομή αυτή, με τις ανόδους και τις υποστροφές της, που άρχισε με την Αναγέννηση, ολοκληρώθηκε με τον Διαφωτισμό. Ο Διαφωτισμός υπήρξε ένα αντιμαζικό-αντιτραγικό-νοησιαρχικό συλλογικό υπερεγώ, το οποίο κανοναρχεί στο άτομο, να αυτοκυριαρχείται απόλυτα. Με σκοπό να υφίσταται ως περιχαρακωμένη αυτοαναφορική οντότητα, έναντι της μάζας, πρωτίστως. Ο διαφωτιστικός ατομικισμός έχει σαφώς κυριαρχικό-αντιμαζικό περιεχόμενο. Κρινόμενος με τα ελληνικά κριτήρια ο Διαφωτισμός συνιστά σαφώς πνευματική οπισθοδρόμηση σε σχέση με τον κόσμο της ρωμανικής και της ελισαβετιανής τέχνης. Απομυθοποιώντας το σύμπαν, ο Διαφωτισμός παρεμβαίνει στο δυτικό φαντασιακό και πραγματοποιεί μια βαθιά απόξεση των μύθων και των συμβόλων, που χρειαζόταν η μάζα για να εκφράσει και να αναπτύξει δημιουργικά τον τραγικό της δυναμισμό. Στην καλύτερη περίπτωση οι μάζες ήταν ο «άγραφος πίνακας», το αθώο παιδί, που ο Διαφωτισμός έπρεπε να το πάρει από το χέρι. Στη χειρότερη ήταν ο χυδαίος ημιάγριος, που έπρεπε να δαμασθεί, να πειθαρχηθεί και να «εκπολιτιστεί». Η «διαφωτιστική» απόξεση του συμβολικού δυναμικού της Δύσης άρχισε από τον λόγιο πόλο της μεσαιωνικής κουλτούρας, για να συμπεριλάβει σιγά σιγά και τον δημώδη-μαζικό της πόλο.

Ξέρουμε ότι ο Διαφωτισμός ήταν δημιούργημα των αυλικών.[5] Η δικτατορία των μαγίστρων του κανόνα. Μαζί με τον μεσαιωνικό κόσμο εξερράγη και ο δικός τους κόσμος, με τη Γαλλική Επανάσταση και τις επαναστάσεις του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Την ιδεολογική έκφραση της μαζικής έκρηξης θα τη δώσει ο Ρομαντισμός, η γερμανική μουσική και η φιλοσοφία του πρώιμου Χέγκελ, το όραμα της οργανικής ενότητας του Ανθρώπου και της Ιστορίας. Όχι ο Διαφωτισμός. Ο επαναστατικός Ρομαντισμός συγκρούστηκε με τον Διαφωτισμό και όπως ξέρουμε, τη μάχη την κέρδισε ο δεύτερος. Έτσι φτάσαμε στην ολοκλήρωση της απόξεσης: στον Μοντερνισμό, μια όχι λιγότερο αντιτραγική ψυχική κατάσταση από τον κλασικισμό και τον Διαφωτισμό. Το Τραγικό βεβαίως δεν μπόρεσε να εξαλειφθεί και θα πάρει το αίμα του πίσω με τη ναζιστική εξέγερση του Βόταν, στη Γερμανία της «γης και του αίματος». Με τους δύο παγκοσμίους πολέμους, που κατέστρεψαν τις πηγές δυναμικού της ευρωπαϊκής κοσμοκρατορίας. Ο θρίαμβος των μαγίστρων του κανόνα είναι ο ιακωβινισμός, η υποκατάσταση των μαζών από την «επαναστατική πρωτοπορία», σε όλη αυτή την τρομερή μαζική εισβολή, που ξεκινά από τη Γαλλική Επανάσταση και φτάνει ως την Οκτωβριανή Επανάσταση και την Κινέζικη Επανάσταση. Η ηγεσία όλων αυτών των ρωμαλέων μαζικών κινημάτων είναι ιακωβινική. Απελπιστικά αντιτραγική-διαφωτιστική αποτέλεσε την εστία όλων ανεξαιρέτως των «θερμιδοριανών» υποστροφών.

4. Πέρα από τον Διόνυσο

Σήμερα, μισό αιώνα μετά το κείμενο του Παπαϊωάννου, και εν μέσω “μεταμοντέρνας μαζικής δημοκρατίας”, ξέρουμε ότι η απονεύρωση της μάζας, την οποία αυτός διέβλεπε ως κυρίαρχη τάση, είναι ήδη πραγματικότητα. Από την άλλη πλευρά έχουμε την αυτοκτονική-μηδενιστική εισβολή μιας ισλαμικής, αυτή τη φορά, ιακωβινικής «πρωτοπορίας». Η μεγάλη θεωρητική πρόκληση είναι να σκεφθούμε πάνω στις διαπιστώσεις αυτές. Και να αναρωτηθούμε: Πώς λειτουργεί σήμερα το Τραγικό; Αν και πώς μπορεί η μεταμοντέρνα μάζα να το εκφράσει; Με ποιο μυθικό-συμβολικό δυναμικό; Αν και πώς θα μπορούσε να γίνει το άλμα προς έναν τραγικό-καθαρτήριο Κοινό Λόγο, οικουμενικό-μετανεωτερικό αυτή τη φορά;

Στο μεταξύ οι γνώσεις μας για το Τραγικό και γενικά για τα μαζικά φαινόμενα, έχουν διευρυνθεί. Χάρη στην εκρηκτική ανάπτυξη της εθνολογίας και στις ευεργετικές επιπτώσεις του μεταμοντέρνου σχετικισμού, που κάνει να χαλαρώνουν οι φωταδιστικές παρωπίδες μας, γνωρίζουμε πού θεμελιώνεται η κυριαρχία του Πολέμου στην ανθρώπινη κατάσταση και ποια είναι η καθολική ανθρωπολογική ρίζα του Τραγικού. Γνωρίζουμε αυτό που αγνοούσε ο Παπαϊωάννου: Το γιατί δηλαδή το τραγικό φαινόμενο και το μαζικό φαινόμενο, είναι ένα και το αυτό. Γιατί κάθε πολιτισμός ιδρύεται από την τραγική βία, ελέγχεται από την αντιτραγική-εξουσιαστική βία και τέλος καταλύεται από την τραγική και πάλι βία.

Επίσης: Χάρη στην επανανακάλυψη του Προσώπου και την επακόλουθη κατανόηση της ανθρωπολογικής Κλίμακας, μπορούμε να προσεγγίσουμε την ανθρωπολογική βάση της αντιτραγικής κατεύθυνσης που πήρε η Δύση. Η ανθρωπολογική μεικτότητα και η συναφής εσωτερική πόλωση κολεκτιβισμού-ατομικισμού στη Δύση, σε αντίθεση με την εξατομικευτική ομοιογένεια του αρχαίου αθηναϊκού κοινού και οι στρεβλώσεις που υπέστη ο νορδικός ατομικισμός, κατά την υποτακτική του συγκόλληση με τον άτεγκτο κανονιστικό κολεκτιβισμό της καθολικής Εκκλησίας, κατά τον Μεσαίωνα, εξηγούν τον αντιτραγικό φραγμό στην ανθρωπολογική εξέλιξη της Δύσης.

Παραπέρα: Μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί το αθηναϊκό πρότυπο δεν είναι το απόλυτο και να πάμε πέρα απ’ αυτό και τον Παπαϊωάννου. Γνωρίζουμε πώς και για ποιους λόγους το εξαιρετικό επίτευγμα δεν παύει να είναι ένα προσωρινό-μεταβατικό σημείο στην ελληνική διαδρομή, προορισμένο να διαρκέσει όσο και η συνοχή της ολοκληρωμένης ατομικότητας, που ήταν ο ιστορικός του φορέας. Για να επέλθει, στη συνέχεια, η κατάρρευσή της, η αποσύνθεση των αστυακών-δημοκρατικών θεσμών κι ο ανθρωπολογικός μηδενισμός. Γνωρίζουμε τέλος ότι η κατάρρευση αυτή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση σε μιαν άλλη «θεατροκρατία»: από τη «θεατροκρατία» του Ατόμου στη «θεατροκρατία» του Προσώπου, στη Λειτουργία του τραγικού-σταυρικού Απολύτου. Εδώ, στο ανώτατο αυτό στάδιο του Τραγικού, μαζί με την εξουσιαστική βία αποϊεροποιείται-απονομιμοποιείται και η ίδια η τραγική-ιερή βία.

Υπό το φως της θυσιαστικής και της προσωποκεντρικής ανθρωπολογίας, φανερώνονται εύκολα οι ελλείψεις και τα λάθη της ρωμαλέας απόπειρας του Παπαϊωάννου. Ελλείψεις θεωρητικές, αλλά και ελλείψεις εμπειρικές. Ο Παπαϊωάννου δεν βλέπει π.χ. την επαναστατική μάζα ως δομή συγκεκριμένων επαναστατικών παραδόσεων, που πρέπει να διαγνωσθούν και να μελετηθούν. Μερικές φορές φαίνεται σαν να πιστεύει ότι αρκεί η μαζική κίνηση και το απαραίτητο μυθικό δυναμικό θα γεννηθεί εκ του μηδενός. Εδώ θα τον επαναλάβει και ο Καστοριάδης της «φαντασιακής θέσμισης». Συνεπής ακόμη προς τη μαρξιστική παράδοση, υποθέτει ότι η υπαρξιακή σχέση ανάμεσα στην προσωπική ενικότητα και στην προσωπική καθολικότητα, ανάγεται στην σχέση ανθρώπου και Ιστορίας, δηλαδή πρακτικά στη σχέση του ατομικού υποκειμένου με το κράτος. Και κάτι τραγικά αναληθές: ότι μπορεί να λυθεί μέσα στην ιστορία η αντίθεση ατομικού-συλλογικού και όχι απλώς να υπερβαθεί σε περιορισμένη χωροχρονική κλίμακα. Εξ ου και η άστοχη χρήση της κατά τα άλλα γόνιμης ιδέας για τον θάνατο, ως συμβόλου του χάσματος μεταξύ ανθρώπου και Ιστορίας.

Η ανάλυση του Παπαϊωάννου εστιάζεται στην νεοκολεκτιβιστική εμπειρία της Νεωτερικότητας (ναζισμός, σταλινισμός). Δεν βλέπει ότι εκτός από την αθηναϊκή δημοκρατία υπάρχει και ένα άλλο σύγχρονο ιστορικό παράδειγμα, όπου οι μάζες κατόρθωσαν να ελέγχουν το κράτος τους. Ότι για τη δημιουργία του κράτους αυτού δεν χρειάστηκε να περάσουν από εμφύλιο πόλεμο και να ασκήσουν τρομοκρατία, εναντίον κάποιου «παλιού καθεστώτος». Αναφέρομαι στην Αμερικανική Επανάσταση και υπενθυμίζω ότι  προηγήθηκε της Γαλλικής κατά δυο δεκαετίες. Υπενθυμίζω επίσης ότι το καθεστώς που δημιούργησε η αμερικανική επανάσταση ήταν το αγαπημένο παράδειγμα του Μαρξ, τόσο για την αστική δημοκρατία γενικά, όσο και για τη δυνατότητα «ειρηνικού περάσματος στον σοσιαλισμό». Είδαμε πώς το αμερικανικό Άτομο απορρίπτει τη δικτατορία των μαγίστρων του κανόνα και αρνείται να αναγνωρίσει στο κράτος την πηγή των ατομικών δικαιωμάτων του. Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι οι επισημάνσεις του Παπαϊωάννου, για την αποξένωση της δυτικής μάζας από το Τραγικό, δεν καλύπτουν και την αμερικανική περίπτωση. Μόνο που γίνεται τούτο με άλλους τρόπους, εν πολλοίς, αδιερεύνητους. Ο ταιριασμένος με την ψυχική «ρηχότητα» και «αφέλεια», χαοτικός αναρχισμός του αμερικανικού ατόμου, δεν αποκλείεται να επιφυλάσσει τραγικές εκπλήξεις σε όσους βιάζονται να το καταχωρήσουν στην αδρανή απονευρωμένη μάζα. Από τη στιγμή πάντως που η αμερικανική Δημοκρατία άρχισε να ερωτοτροπεί με το όραμα μιας Τρίτης Ρώμης,[6] με «αθηναϊκές» ηγεμονιστικές προδιαγραφές, η αντίστροφη μέτρηση για τη γενικευμένη εισβολή του Τραγικού στην αμερικανική κοινωνία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 ήταν η αρχή.

Καλά όλα αυτά, θα πει κάποιος, αλλά τι γίνεται με το υποκείμενο κατά τη διάρκεια της μαζικής πλημμυρίδας; Υπάρχει εκεί υποκείμενο ή έχει ισοπεδωθεί και καταλυθεί; Γιατί η όψιμη αυτή εξύμνηση της μάζας δεν είναι μια ρομαντική νοσταλγία, τόσο περισσότερο επικίνδυνη, όσο πληθαίνουν γύρω μας οι μανιακοί που θα την περίμεναν ως εγερτήριο σάλπισμα; Τα ερωτήματα είναι, βεβαίως, εύλογα και βάσιμα.

Γνωρίζουμε, από τη θυσιαστική θεωρία και από τη θεωρία της τρίβαθμης κλίμακας, ότι είναι η κατάρρευση του υποκειμένου ενός πολιτισμού ή εν πάση περιπτώσει η παρακμή του, που φέρνει τη μεγάλη μαζική καταιγίδα. Γνωρίζουμε επίσης ότι αν υπάρξει νέο πολιτισμικό υποκείμενο αυτό εμφανίζεται «μετά την καταιγίδα». Στη διάρκειά της, που ισοπεδώνονται «όρη και δρυμοί», η υποκειμενικότητα κατέρχεται στο σημείο «μηδέν». Σε αντίθεση με το μηδέν της αριθμητικής, το πολιτισμικό μηδέν, το μηδέν της μαζικής-διονυσιακής βίας, έχει ανθρωπολογικό σθένος – σθένος πρώτου, δευτέρου και τρίτου βαθμού. Παράγει το κολεκτιβιστικό υποκείμενο, παράγει το Άτομο, ή καταστρέφει τα πάντα, γυρνώντας το ανθρωπολογικό ρολόι στην αρχή. Για ποιο μηδέν μιλάμε σήμερα στη φάση του μεταμοντέρνου μηδενισμού, αυτό πολλαπλώς το έχουμε διασαφηνίσει: μιλάμε για μηδενισμό τρίτου βαθμού, όπου αποσυντίθεται το Άτομο και το ζητούμενο είναι η ανάδυση του μετανεωτερικού Προσώπου. Γνωρίζουμε πολύ καλά, καθώς έχουμε πλέον «το εκ της εμπειρίας όμμα», αυτό που γνώριζαν οι Έλληνες και αγνοούσε η Δύση: τη διπλή φύση του Διόνυσου, της θεότητας που ελέγχει τη μετάβαση στην κολεκτιβιστική και στην ατομοκεντρική βαθμίδα. Το επαναστατικό όργιο της χαράς και της γιορτής, από τη μια, πηγαίνει μαζί με το όργιο της αδυσώπητης καταπίεσης, του φόνου και του διασπαραγμού, από την άλλη. Δεν μπορείς να θέλεις το ένα και να παραπονιέσαι για το άλλο. Αν θέλεις «αληθινή επανάσταση» θα έχεις και τον «Κρόνο που τρώει τα παιδιά του», τις «Δίκες της Μόσχας», το Γκουλάγκ.

Αντίθετα ο Θεός που ελέγχει την τρίτη βαθμίδα, ο προσωπικός Θεός-Λόγος, δεν επιθυμεί μαζικές «θυσίες και ολοκαυτώματα», για να κάνει τη δουλειά του. Του αρκεί η «λογική και αναίμακτη» προσωπική μετοχή στη δική του σταυρική θυσία. Όποιος θέλει «να σώσει τον κόσμο» δεν έχει παρά «να άρει τον σταυρό Του και να Τον ακολουθήσει». Το τι είναι «σταυρός» και πώς με το να γίνεις «έσχατος» (όταν τον κουβαλάς συνειδητά) γίνεσαι «πρώτος» και μπορείς έτσι να «τραβήξεις» και τους άλλους από την καταβόθρα, υπάρχουν εγχειρίδια με συγκεκριμένες οδηγίες, στη διάθεση όποιου νεαρού, απ’ αυτούς που το φιλότιμο δεν τους αφήνει «να καθίσουν στ’ αυγά τους».

Ανεξαρτήτως διαστάσεων και μορφής, η μαζική εξέγερση πυροδοτεί τον μιμητικό παροξυσμό του θυσιαστικού μηχανισμού και ζητά πάντα το θύμα. Το υποκείμενο παράγεται από την έκρηξη των συμφιλιωτικών συναισθημάτων που προκαλεί ο συλλογικός φόνος. Το θύμα είναι το υποκείμενο. Ανεξάρτητα όμως από την αποτροπιαστική ανθρωπολογική του γονιμότητα, ο θυσιαστικός φόνος δεν έχει πρόσημο, είτε ατομικός είναι είτε συλλογικός. Στη σημερινή, άλλωστε, ανθρωπολογική βαθμίδα του πολιτισμού, ο μηχανισμός έχει χάσει την αποτρόπαια λειτουργικότητά του. Είναι πλέον απολύτως στείρος. Ας τελειώνουμε επιτέλους με τον επαναστατικό κρετινισμό.

Κοντολογίς: Αν έχουν σε κάτι αξία, οι όποιες σημερινές ή αυριανές «μαζικές κινητοποιήσεις», αυτή βρίσκεται, αποκλειστικά και μόνο στο μέτρο που κίνητρό τους έχουν, οι κινητοποιήσεις αυτές, τη συμπάθεια προς το θύμα. Και σκοπό τους το ολοκληρωτικό ξεδόντιασμα του θυσιαστικού μηχανισμού, απ’ οπουδήποτε και αν πυροδοτείται.

Σημειώσεις

[1] Από το βιβλίο του Αυτοείδωλον εγενόμην… σ. 364 κ.ε. (Αρμός, 2005. 3η έκδοση.)

[2] Από τον ακαταπόνητο εκδότη του Παπαϊωάννου Γ. Καραμπελιά, στον οποίο και οφείλουμε χάριτες. (Κ. Παπαϊωάννου, Μάζα και Ιστορία. Εναλλακτικές Εκδόσεις.)

[3] Γράφει ο Πλάτων, αφορμώμενος από τις συνήθεις κατά τις παραστάσεις οχλοκρατικές εκδηλώσεις (φωνές, χειροκροτήματα κλπ.) του κοινού: «… αντί αριστοκρατίας εν αυτή (εννοεί την Αθήνα) θεατροκρατία τις πονηρά γέγονε..» (Νόμοι, 701 c). Το πλατωνικό κείμενο διαποτίζεται από τη νοσταλγία για το παρελθόν, όταν κάθονταν μπροστά οι λίγοι καλλιεργημένοι και παρακολουθούσαν με σοβαρότητα, ενώ πίσω αυστηροί ραβδούχοι με ξυλιές επέβαλαν σιωπή και τάξη στο πλήθος.

[4] Ίσως πιο σωστά: νομιμοποιείται η απομυστικοποίηση του Διθυράμβου. Πριν η λατρεία του Διονύσου είχε έναν απόκρυφο λειτουργικό πυρήνα, στον οποίο είχαν πρόσβαση μόνο οι αριστοκράτες. Οι Αλκμεωνίδες π.χ. είχαν το οικογενειακό τους έπος, στο οποίο ο Διόνυσος εμφανιζόταν ως ο ύψιστος θεός. Είναι ο Πεισίστρατος που άνοιξε στις μάζες τη διονυσιακή Λειτουργία. Το ίδιο είχε κάνει και ο Κλεισθένης στη Συκιώνα. Και ο Περίανδρος στην Κόρινθο, μετακαλώντας τον Αρίωνα από τη Λέσβο. Ας θυμηθεί ο αναγνώστης ότι και τα Ομηρικά έπη κατεγράφησαν επί Πεισιστράτου.

[5] Βλ. Ν. Ελίας, Η εξέλιξη του πολιτισμού (Νεφέλη, Αθήνα 1997) και Σάουλ, Τα μπάσταρδα του Βολτέρου (Free Press New York 1991).

[6] Η θεωρία της «τρίτης ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» άρχισε να εκπονείται στις ΗΠΑ ήδη από το 1940. Αρχιτέκτονας των γενικών αρχών της ο Walter Lippmann. (Βλ. και Γερ. Κακλαμάνης, Επί της δομής του νεοελληνικού κράτους, σ. 106. Εικοστός Πρώτος. Αθήνα 1986.)

Πηγή: Αντίφωνο

http://www.antifono.gr/portal/Πρόσωπα/Ζιάκας/Αρθρογραφία/3293-Μάζα-και-Ιστορία.html

Advertisements

Ο γρίφος της Ελλάδας | Κωνσταντίνος Δασκαλάκης

Παράλληλη Ελλάδα: Στο ΜΙΤ της Βοστώνης, από τις περίπου 7.000 φοιτητές οι 400 είναι Ελληνες – μετά τους Αμερικανούς, οι περισσότεροι που προέρχονται από μία και μόνη χώρα. Το πιο εντυπωσιακό, όμως, ίσως είναι οι έλληνες καθηγητές αυτού του φημισμένου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης είναι ένα από τα πιο γνωστά και πιο διάσημα μέλη αυτής της παράλληλης Ελλάδας που διδάσκει στο ΜΙΤ. Τριάντα ετών και ήδη από τα 28 του είναι επίκουρος καθηγητής στην έδρα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Πληροφορικής.

Το 2004 τελείωσε το ΕΜΠ στην Ελλάδα, και στα 27 του, ενώ ήταν ακόμη φοιτητής στο Μπέρκλεϊ, ήταν βασικό μέλος της ομάδας η οποία θα έλυνε τον περιβόητο «γρίφο του Νας», ο οποίος παρέμενε άλυτος για 50 χρόνια· ο Χρίστος Παπαδημητρίου και ο Πολ Γκόλντμπεργκ ήταν οι άλλοι δύο «λύτες». Ο «γρίφος του Νας», η «θεωρία των παιγνίων», η πιο βασική μαθηματική θεωρία για την οικονομία του 20ού αιώνα· η ζωή του Τζον Νας είχε γίνει ταινία ήδη από το 2001, με το οσκαρικό «Ενας υπέροχος άνθρωπος»: πράγματα σχεδόν ασύλληπτα για οποιονδήποτε, πόσω μάλλον για έναν 27χρονο Ελληνα της ξενιτιάς.

Αμέσως τον προσλαμβάνει η Microsoft προσφέροντάς του δουλειά στη Σίλικον Βάλεϊ, αλλά την επόμενη χρονιά εκείνος αποφασίζει να εργαστεί ως καθηγητής στο ΜΙΤ. Η Microsoft τού κάνει μια μεγαλειώδη προσφορά για να παραμείνει, αλλά ο ίδιος προτιμά «το ζωντανό περιβάλλον ενός πανεπιστημίου».

Οι γονείς του είναι και οι δύο καθηγητές στην Ελλάδα. «Είναι δύο από τους δημοσίους υπαλλήλους που τους βρίζουν όλοι τώρα στην Ελλάδα, αλλά εγώ θυμάμαι ότι δεν αφιέρωναν σχεδόν καθόλου χρόνο σε μένα και στον αδελφό μου, επειδή πάντα έφερναν δουλειά και στο σπίτι». Τον συναντήσαμε στη Βοστώνη, δίπλα στο ΜΙΤ, σε ένα καφέ που μας πρότεινε. «Πηγαίνουμε εκεί επειδή στο ΜΙΤ έχει χάλια καφέ». Λαμπερό μυαλό, λαμπερή προσωπικότητα, λαμπερές απόψεις.

Τώρα που είστε σε μια απόσταση, ποιο θεωρείτε ότι είναι το πιο βασικό πρόβλημα στα ελληνικά ΑΕΙ;
«Η οικογενειοκρατία, η οποία στην Ελλάδα εκφράζεται και όταν βλέπεις πατεράδες και τα παιδιά τους ή τα ανίψια τους να κρατούν μια έδρα επί χρόνια, αλλά και όταν ένας τελειόφοιτος κάνει το διδακτορικό του σε κάποιον καθηγητή και τελικά γίνεται και ο ίδιος καθηγητής σε αυτή την έδρα. Οταν τελειώνεις το διδακτορικό σου στο Πολυτεχνείο ή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δεν νοείται να διαδέχεσαι τον καθηγητή στον οποίο έκανες το διδακτορικό σου. Αν αυτός ο καθηγητής έχει κάτι να προσφέρει στην παγκόσμια σφαίρα της γνώσης, τότε θα σε εκπαιδεύσει και θα σε στείλει κάπου αλλού, για να μεταλαμπαδεύσεις τη γνώση την οποία εκείνος έχει. Η γνώση είναι σαν τον αέρα, πρέπει να κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα, από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο, από χώρα σε χώρα και από ήπειρο σε ήπειρο· αλλιώς, αν μείνει περιορισμένη κάπου, γίνεται μούχλα».

Δηλαδή τον καθηγητή στον οποίο εσείς κάνατε το διδακτορικό σας, ποιος θα τον διαδεχθεί;
«Σίγουρα κάποιος άλλος! Εγώ έκανα το διδακτορικό μου στο Μπέρκλεϊ και ήρθα στο MIT να γίνω καθηγητής· δεν έμεινα εκεί».

Αν παραμένατε στο Μπέρκλεϊ, αυτό τι θα έδειχνε;
«Δεν θα έδειχνε τίποτε, διότι κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες αν ο απόφοιτος έχει κάτι να συμπληρώσει στο πανεπιστήμιο στο οποίο εκπαιδεύτηκε, μπορεί να παραμείνει. Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε πρέπει να φύγει και να πάει σε κάποιο άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα για να μεταφέρει εκεί τις καινούργιες αυτές γνώσεις και ιδέες. Στις ΗΠΑ, αν είχαμε τα πανεπιστήμια της Δυτικής Ακτής να εκπαιδεύουν τους δικούς τους επιστήμονες και να παραμένουν εκεί και από την άλλη είχαμε και αυτά της Ανατολικής Ακτής να κάνουν το ίδιο, τότε δεν θα υπήρχε επικοινωνία, δεν θα υπήρχε “σύγκρουση”, άρα ούτε και πρόοδος».

Ακούγεται τόσο λογικό αυτό και τόσο «φιλικό» προς τη γνώση και την επιστήμη.
 «Στο Πολυτεχνείο, ας πούμε, νομίζω ότι η εμπειρία μου ως φοιτητή και οι γνώσεις οι οποίες θα είχα πάρει θα ήταν πενταπλάσιες αν οι καθηγητές που είχα – και οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, είναι κόπια ο ένας του άλλου – ήταν όλοι από διαφορετική επιστημονική σχολή. Στα ελληνικά πανεπιστήμια έγινε το εξής: Κάποτε ήρθαν από το εξωτερικό κάποιοι μεγαλοκαθηγητές, οι οποίοι εκπαίδευσαν μερικούς φοιτητές και τους έκαναν καθηγητές. Ετσι ο κάθε καθηγητής έφτιαχνε μέσα στα τμήματα μια δική του “αυλή”, η οποία νεμόταν την εξουσία του τμήματος».

Χρησιμοποιώντας έναν μαθηματικό όρο, ποια θεωρείτε ότι είναι η βασική λαθεμένη υπόθεση από την οποία ξεκινήσαμε οι Ελληνες για τον εαυτό μας και έτσι, αναπόφευκτα, καταλήξαμε σε λάθος αποτέλεσμα πολιτισμικά και κοινωνικά;
«Δεν θέλω να είμαι σκληρός. Να σας πω ποια είναι η λάθος υπόθεση που εγώ έκανα όταν μεγάλωνα στην Ελλάδα: ότι όλοι γύρω μου είναι τίμιοι και ότι αυτό που έλεγαν το εννοούσαν».

Τον γρίφο της Ελλάδας μπορείτε να τον λύσετε;
«Είναι άλυτος! Οχι, αστειεύομαι. Οπως σε όλα τα πράγματα, υπάρχουν μικροκανόνες, οι οποίοι όμως καθορίζουν τα μακροσκοπικά θέματα. Νομίζω ότι οι Ελληνες είμαστε σε μια φάση όπου λέμε ότι φταίει η κακή μας τύχη, ενώ εμείς είμαστε φτιαγμένοι για τα ωραία και τα μεγάλα. Παράλληλα, ο ένας κοροϊδεύει τον άλλον, και ο ένας προσπαθεί να κλέψει τον άλλον με οποιονδήποτε τρόπο. Οταν δεν είσαι τίμιος απέναντι στον συνάνθρωπό σου, όταν ο ένας προσπαθεί να υπονομεύσει και να κλέψει τον άλλον, τότε αυτό θέτει τα θεμέλια για να συμβεί ό,τι συνέβη. Νομίζω είμαστε άξιοι αυτών που παθαίνουμε. Επίσης, έχουμε και αυτόν τον μύθο ότι οι Ελληνες είμαστε ντόμπροι».

Στην επίλυση ενός προβλήματος παίζει ρόλο και αυτός που προσπαθεί να το επιλύσει. Ας πούμε τώρα, με τον Λουκά Παπαδήμο πρωθυπουργό, πώς τα βλέπετε τα πράγματα;
«Οπως σε όλα τα άλυτα θέματα, έτσι και σε αυτό, πρέπει πρώτα να καταλάβεις ποιο είναι το λάθος. Αν ο Παπαδήμος καταλάβει ποιο είναι το λάθος στη δομή της ελληνικής κοινωνίας και της οικονομίας, τότε θα έχει κάνει το πρώτο μεγάλο βήμα για την επίλυση του προβλήματος».

Ναι, αλλά ένας πολιτικός μπορεί να καταλαβαίνει πολύ καλά ποιο είναι το λάθος και απλώς να μην κάνει τίποτε για να το λύσει, για άλλους λόγους.
«Σωστά. Αυτές είναι παραδοξότητες κυρίως του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Οταν βλέπεις το λάθος επί χρόνια και δεν το διορθώνεις, τότε η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά».

Την ημέρα που βραβευτήκατε επειδή βρήκατε τη λύση στο «γρίφο του Νας», στο κοινό βρισκόταν και ο ίδιος ο Νας. Βλέποντάς τον, σκεφτήκατε καθόλου ότι η ζωή είναι τελικά ένα παιχνίδι;
«Δεν είχα την παραμικρή ιδέα, δεν το περίμενα ότι ο Νας, στην ηλικία των 83 χρόνων, ένας ηλικιωμένος και καταξιωμένος επιστήμονας, θα γνώριζε ότι πρόκειται να μιλήσω για την εργασία του και θα ερχόταν στο συνέδριο. Μάλιστα, είχα ήδη αρχίσει να μιλάω δύο λεπτά και μπήκε καθυστερημένα».

Τον είδατε και ξαφνιαστήκατε; Τι σκεφτήκατε;
«Δεν κόμπλαρα, αν το θέτετε έτσι. Αυτά τα έχω ξεπεράσει. Είναι παιδικές αρρώστιες. Αυτό που σκέφτηκα είναι ότι, να, κλείνει ένας κύκλος. Συνέχισα την ομιλία μου, η οποία άλλωστε έχει μια άλλη μικρή ιστορία πίσω της».

Μπορείτε να μας την πείτε;
«Την τελευταία φορά που είχα δει την ταινία με θέμα τη ζωή του, το “Ενας υπέροχος άνθρωπος”, ήμουν μαθητής λυκείου, και φυσικά τότε δεν είχα ιδέα ούτε καν τι κλάδο θα ακολουθούσα στις σπουδές μου. Καθόμουν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στο Σικάγο, όπου επρόκειτο να γίνει η βράβευση, γράφοντας την ομιλία. Προσπαθούσα να την κάνω κατανοητή στους επιστήμονες οι οποίοι θα ήταν στο κοινό και τότε συνέβη κάτι εκπληκτικά συμπτωματικό. Είχα την τηλεόραση ανοιχτή απλώς για να ακούω κάποιον ήχο και έπειτα από ώρα αντιλαμβάνομαι ότι έδειχνε το “Ενας υπέροχος άνθρωπος”».

Αυτό πώς εξηγείται από ένα μαθηματικό μυαλό όπως το δικό σας;
«Νομίζω ότι ο κόσμος μας έχει απλές εξηγήσεις και δεν θέλω να στραφούμε στη μεταφυσική. Αυτή η τρελή σύμπτωση είναι πολύ τρελή για να είναι σύμπτωση. Απλώς θα υπάρχει κάποια απλή εξήγηση την οποία δεν γνωρίζω και, για να είμαι ειλικρινής, προτιμώ η απάντηση να μείνει ένας γρίφος».

Η λύση του γρίφου του Νας αποτελούσε αντικείμενο του πόθου για εσάς. Νιώσατε αυτή τη μελαγχολία που μας πιάνει συνήθως αφού κατακτήσουμε κάτι που θέλουμε πάρα πολύ;
«Αυτό συμβαίνει συνεχώς στη ζωή μου. Είναι μέρος της δουλειάς μου. Προσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα, το οποίο αρχικά δεν καταλαβαίνω, και το σκέφτομαι τόσο πολύ που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σιγά σιγά αρχίζω να το καταλαβαίνω και, όταν τελικά το λύσω, για μία μέρα πετάω στα σύννεφα, αλλά μετά με πιάνει μια κατάσταση μπλουζ. Το μπλουζ της κατάκτησης».

Μετά τη λύση του, ποιο νέο ερώτημα προέκυψε;
«Η εργασία που κάναμε δείχνει ότι τα μαθηματικά εργαλεία του τελευταίου αιώνα δεν είναι επαρκή για να εξηγήσουν τα οικονομικά συστήματα στα οποία ζούμε και στα οποία αλληλεπιδρούμε. Δηλαδή δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις υπάρχουσες οικονομικές θεωρίες για να κάνουμε προβλέψεις για ένα οικονομικό σύστημα του σήμερα. Για αυτά που συμβαίνουν τώρα χρειάζεται κάτι καινούργιο. Αρα το θέμα είναι να βρούμε μια μαθηματική θεωρία, η οποία να μπορεί από τις παραμέτρους του οικονομικού συστήματος, όπως ο φυσικός πλούτος, ο πληθυσμός, το εκπαιδευτικό σύστημα κτλ., να προβλέψει τι θα συμβαίνει. Προσπαθούμε να κάνουμε μέσα από τα μαθηματικά μια πρόβλεψη η οποία να λέει ότι “δεδομένων αυτών των συνθηκών, προβλέπουμε, για παράδειγμα, ότι η ανεργία θα είναι σε αυτό το επίπεδο ή τα προϊόντα θα έχουν αυτές τις τιμές”».

Πρακτικά πώς θα βοηθηθεί ο κάθε πολίτης αν βρεθεί αυτή η θεωρία;
«Ο καθένας από εμάς είναι ένα κινούμενο λάπτοπ το οποίο παίρνει ερεθίσματα, κάνει υπολογισμούς και αναπροσαρμόζει τη στρατηγική του. Ο ατομικός υπολογισμός μας, για να έρθει σε πέρας γρήγορα, θα πρέπει να έχει καλά υπολογιστικά στοιχεία, καλές πληροφορίες. Σε αυτό ακριβώς θα βοηθήσει».

Πόσοι άνθρωποι εργάζονται πάνω σε αυτό;
«Πολλοί. Σχεδόν όλοι οι οικονομολόγοι».

Εσείς νιώθετε ότι είστε κοντά;
«Προς το παρόν όχι. Υπάρχουν αυτές οι λύσεις, αλλά δεν θα είναι τόσο κομψές όσο οι ήδη υπάρχουσες».

Με τη λέξη «κομψές» τι εννοείτε;
«Να το πω απλά. Ο Νας πήρε το Νομπέλ Οικονομικών Επιστημών για ένα σημείωμα το οποίο είχε την έκταση μιας σελίδας».

Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποιος γρίφος ο οποίος μένει αιώνια άλυτος; «Ναι, ξέρουμε ότι υπάρχουν κάποιοι γρίφοι οι οποίοι εγγενώς δεν έχουν απάντηση, αλλά δεν ξέρουμε ποιοι είναι και δεν θα τους μάθουμε ποτέ, διότι κάποιοι θα προσπαθούν να τους λύσουν και άρα θα εκκρεμεί η πιθανότητα της απάντησής τους. Το βιβλίο “Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ” περιστρέφεται γύρω από την ιδέα ότι ένας μαθηματικός μπορεί να αφιερώσει όλη του τη ζωή στην απόδειξη ενός θεωρήματος, πράγμα που εγγενώς μπορεί να μην είναι δυνατό. Μπορεί δηλαδή να είναι αληθές και να μην καταφέρεις ποτέ να βρεις αντιπαράδειγμα».

Αν δουλεύει κάποιος επί χρόνια για κάτι ανάλογο και τελικά δεν βγάλει άκρη, πώς μπορεί να είναι αυτό το συναίσθημα;
«Θεωρώ ότι το ταξίδι προς την απάντηση είναι το πιο σημαντικό και όχι η λύση αυτή καθαυτή. Δείτε τον τετραγωνισμό του κύκλου, για παράδειγμα. Ο Αρχιμήδης, ο οποίος θεωρείται μαζί με τον Γκάους ο σημαντικότερος μαθηματικός όλων των εποχών, προσπαθούσε να λύσει αυτό το πρόβλημα και δεν τα κατάφερε. Εμεινε ανοιχτό ως τον 19ο αιώνα, οπότε και λύθηκε. Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί γιατί μας ενδιαφέρει τόσο πολύ η λύση του. Απλώς τα μαθηματικά τα οποία χρειάστηκαν για να λυθεί το πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου είναι πλέον πάρα πολύ σημαντικά».

Είναι κάπου χρήσιμα στην καθημερινότητά μας;
«Χρησιμοποιούνται πολύ στην πληροφορική. Σε αυτό το σημείο να τονίσω ότι ο Αρχιμήδης δεν θα μπορούσε ποτέ να προβλέψει ότι η απάντηση αυτού του γρίφου θα είχε τόσο μεγάλη μαθηματική σημασία. Οταν έθετε αυτό το πρόβλημα πριν από 20 αιώνες και κάτι, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο πολιτισμός μας σήμερα θα έχει αυτή τη μορφή και ότι τα μαθηματικά που θα απαιτούνταν για τη λύση του θα μας ήταν τόσο χρήσιμα σήμερα».

Αν με έναν τρόπο μαγικό ο Αρχιμήδης είχε βρει τη λύση εκείνη την εποχή, αυτό θα σήμαινε ότι θα άλλαζε ολόκληρος ο τότε πολιτισμός; «Ακριβώς».

Ισως και να μπορούσε να έχει προβλέψει πώς θα ήταν ο πολιτισμός αιώνες μετά;
«Οχι. Αν είχε καταφέρει να τετραγωνίσει τον κύκλο εκείνη την εποχή, αυτό θα σήμαινε μια διαφορετική ροή στην Ιστορία και άρα ο κόσμος σήμερα θα είχε διαφορετική μορφή, την οποία αντίστοιχα δεν θα μπορούσε να προβλέψει τότε. Ούτε εμείς ξέρουμε πώς θα ήταν ο κόσμος μας σήμερα».

Πολύ εντυπωσιακό. Μοιάζουν, όμως, να έχουν μια εξηγήσιμη συνέχεια όλα αυτά.
«Ακριβώς. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η επιστήμη είναι δυναμική. Ποτέ δεν ξέρουμε αν η θεωρία μας είναι σωστή ή, ακόμη, μπορεί να είναι σωστή στο να εξηγήσει κάποια πράγματα και ανεπαρκής στο να εξηγήσει κάποια άλλα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη στην περίπτωση της φυσικής. Ενας από τους πρώτους που πρότειναν κάποια θεωρία ήταν ο Νεύτωνας. Η Νευτώνεια Μηχανική λειτούργησε μια χαρά, βοήθησε τον άνθρωπο να κατασκευάσει μηχανές και ήταν σε γενική ισχύ ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Τότε ήρθε ο Αϊνστάιν, ο οποίος είπε ότι “η θεωρία αυτή είναι μια χαρά, αλλά σε υψηλές ταχύτητες δεν δουλεύει καθόλου και είναι ανεπαρκής”. Τελικά, έπειτα από πολύ καιρό, διατύπωσε τη γενική Θεωρία της Σχετικότητας. Στη συνέχεια ήρθαν οι κβαντομηχανικοί, οι οποίοι είπαν “ωραία η θεωρία του Αϊνστάιν, αλλά δυστυχώς σε αυτή την επιπλέον περίπτωση δεν ισχύει” και έκαναν μια πρόταση η οποία δουλεύει καλύτερα».

Η τύχη παίζει κάποιον ρόλο σε όλα αυτά;
«Θεωρώ πως σε ό,τι και να κάνεις υπάρχει ο παράγων τύχη, αλλά είναι ένα μικρό ποσοστό. Αυτά τα οποία μετρούν κυρίως είναι η όλη κουλτούρα που έχεις και όλη η εκπαίδευσή σου από τότε που ήσουν παιδί ως τη στιγμή που βρίσκεσαι να λύσεις αυτό που προσπαθείς να λύσεις. Ενα κομμάτι της απόδειξής μου για τον γρίφο του Νας κάθησα και το σκέφτηκα σπίτι μου, όταν είχε κρασάρει ο υπολογιστής μου, και περίμενα να ανοίξει. Ενώ, λοιπόν, ο υπολογιστής έπαιρνε πολλή ώρα να ξεκινήσει, εγώ απέδειξα ένα κομμάτι του θεωρήματος. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, θα δούλευα στον υπολογιστή μου και όταν αργότερα θα καθόμουν να σκεφτώ τον γρίφο του Νας μπορεί το μυαλό μου να ήταν σε άλλη κατάσταση και να μην προχωρούσε το θέμα. Μετράει η τύχη, όπως το να βρεθείς στο κατάλληλο περιβάλλον, στην κατάλληλη στιγμή, με τους σωστούς ανθρώπους, αλλά η γενικότερη κουλτούρα είναι η πιο σημαντική».

Η Ελλάδα νιώθετε ότι σας βοήθησε κάπου;
«Είναι πολύπλοκη η απάντηση, αλλά η Ελλάδα με βοηθάει ως έμπνευση. Ζούμε σε μία από τις πιο όμορφες χώρες του κόσμου, είναι έμπνευση η Ελλάδα. Εγώ είμαι από την Κρήτη. Η κρητική ψυχή είναι επίσης έμπνευση για εμένα. Αλλά και τα κακά του ελληνικού συστήματος, αν τα αντιστρέψεις, σε βοηθούν. Οταν ήμουν φοιτητής στην Ελλάδα, βρισκόμουν σε μια διαρκή αγωνία να ανακαλύψω μόνος μου τη γνώση και φανταστείτε ότι τότε το Internet μόλις που είχε αρχίσει να διαδίδεται. Σήμερα, ακόμη και αν βρισκόμουν σε ένα χωριό στην Ελλάδα, αν με ενδιέφερε κάτι, θα είχα τη δυνατότητα να παρακολουθήσω τα ανάλογα μαθήματα στο MIT, αφού αναρτούμε όλο το εκπαιδευτικό υλικό στο Internet για να το χρησιμοποιήσει όποιος θέλει στον κόσμο. Μπορεί να είσαι φοιτητής στην Ελλάδα και να παρακολουθείς δωρεάν. Λέγεται OpenCourseWare. Μπορούν οι φοιτητές στα ελληνικά πανεπιστήμια, όταν γίνονται καταλήψεις, να παίρνουν μέσω Διαδικτύου μαθήματα από το MIT».

Οι καταλήψεις στα ελληνικά πανεπιστήμια πώς σας φαίνονται;
«Ως γενική θέση είμαι υπέρ του να γίνεται κατάληψη όταν αποφασίζεται από την πλειοψηφία των φοιτητών, πράγμα το οποίο, όμως, δεν συμβαίνει στην Ελλάδα. Είμαι κατά των καταλήψεων οι οποίες αποφασίζονται από ένα πολύ μικρό ποσοστό των φοιτητών ενός τμήματος. Υπάρχει ένα 5% των φοιτητών οι οποίοι στις συνελεύσεις των τμημάτων παίρνουν τις αποφάσεις και τραμπουκίζουν τους άλλους φοιτητές. Εγώ υπέφερα από τις καταλήψεις στην εποχή μου. Τις χρονιές 1999 με 2004, από τις τέσσερις εξεταστικές του καλοκαιριού χάσαμε τις δύο».

Τότε πήρατε την απόφαση να φύγετε;
«Οχι. Το είχα αποφασίσει πιο νωρίς, στο δεύτερο έτος. Ηθελα να πάω στο εξωτερικό, να κάνω πρακτική εξάσκηση μέσα από ένα πρόγραμμα στο οποίο συμμετέχει το Πολυτεχνείο και σε φέρνει σε επαφή με εταιρείες που θέλουν να πάρουν φοιτητές να δουλέψουν το καλοκαίρι. Ηθελα να πάω σε μια εταιρεία στην Ιρλανδία, η οποία πήγαινε καλά τότε ως οικονομία, και κάποια στιγμή μού ζήτησαν να τους πω ημερομηνίες. Δεν είχα, όμως, την παραμικρή ιδέα πότε θα τελείωνε η εξεταστική. Εκεί θύμωσα, επειδή κατάλαβα ότι στην Ελλάδα είναι τελείως αβέβαια όλα».

Πώς γίνεται οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις που έχουν γίνει στην Ιστορία να είναι από πολύ νεαρά άτομα;
«Το να είσαι νεαρός βοηθά στο να ανατρέψεις μια παγιωμένη θεωρία, επειδή είσαι πιο κριτικός απέναντι σε αυτά που δίνονται ως “πατροπαράδοτες” αλήθειες. Επίσης, έχεις περισσότερο χρόνο και έχεις και πιο φρέσκο μυαλό. Δεν θεωρώ, πάντως, ότι η ηλικία αυτή καθαυτή σε βοηθάει να κάνεις κάποια ανακάλυψη, σκέψου ότι εμείς είμαστε τρεις άνθρωποι, ο Χρίστος (Παπαδημητρίου), ο Πολ (Γκόλντμπεργκ) και εγώ, οι οποίοι είμαστε σε τρεις πολύ διαφορετικές ηλικίες».

Οταν λύσατε αυτόν τον γρίφο, ήταν μια στιγμή όπου είπατε «αυτό ήταν, τέλειωσε» ή έγινε κάπως αλλιώς;

«Ηταν ένας μήνας που ξέραμε ότι κάθε βήμα μας ήταν επιτυχές. Εφόσον είδαμε το πρόβλημα από τη σωστή πλευρά, ξέραμε ότι αυτή είναι η αλήθεια που διέπει το Σύμπαν και ξέραμε ότι κάθε κίνησή μας ήταν σωστή. Υπήρχε μια στιγμή από εκεί και πέρα όπου ξέραμε ότι θα το λύσουμε. Ημασταν μαζί με τον Χρίστο και, όταν το βρήκαμε, είπαμε “αυτό πρέπει να είναι”. Νιώσαμε το απόλυτο δέος για αυτό που μπορεί να συμβεί και μια αγωνία για το αν πράγματι ο “θεός των μαθηματικών” θα είναι μαζί μας».

Την ηδονή αυτής της στιγμής με τι θα μπορούσατε να την παρομοιάσετε;
«Φαντάζομαι ότι, αν πιστεύεις στον Θεό, είναι ίσως η ηδονή την οποία έχεις όταν έρχεσαι σε επαφή με το θείο. Πιστεύω στον θεό των μαθηματικών και εγώ ήρθα σε επαφή με μια αρμονία στο Σύμπαν. Είναι μια ομορφιά».

Μπορείτε να το παραλληλίσετε με ένα πιο καθημερινό συναίσθημα, ώστε να μπορούμε να το αντιληφθούμε και εμείς;
«Εγώ πάντα όταν βλέπω το ηλιοβασίλεμα νιώθω δέος. Το έχω δει άπειρες φορές και δεν μπορεί να χωρέσει στο μυαλό μου η ομορφιά που βλέπω. Είναι το ίδιο συναίσθημα, αλλά με διαφορετικό τρόπο, επειδή είναι δική σου “γέννα”».

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜagazino στις 20 Νοεμβρίου 2011.