Μάθε παιδί μου γράμματα

Φοβερή ταινία, σύγχρονη όσο ποτέ.

Advertisements

Ανάπτυξη | Σήμερα | Δήμος Ναυπλίου

Κάνουμε μια αναζήτηση στο google με τη λέξη ανάπτυξη, το αποτέλεσμα είναι:

Περίπου 2.770.000.000 αποτελέσματα.

Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται πολύ. Με τη βοήθεια της βικιπέδιας δίνουμε τον ορισμό της:

Η βιώσιμη ανάπτυξη αναφέρεται στην οικονομική ανάπτυξη που σχεδιάζεται και υλοποιείται λαμβάνοντας υπόψη την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιωσιμότητα. Γνώμονας της αειφορίας είναι η μέγιστη δυνατή απολαβή αγαθών από το περιβάλλον, χωρίς όμως να διακόπτεται η φυσική παραγωγή αυτών των προϊόντων σε ικανοποιητική ποσότητα και στο μέλλον. Η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει ανάπτυξη των παραγωγικών δομών της οικονομίας παράλληλα με τη δημιουργία υποδομών για μία ευαίσθητη στάση απέναντι στο φυσικό περιβάλλον και στα οικολογικά προβλήματα (όπως ορίζουν παραδοσιακές επιστήμες σαν τη γεωγραφία). Η βιωσιμότητα υπονοεί ότι οι φυσικοί πόροι υφίστανται εκμετάλλευση με ρυθμό μικρότερο από αυτόν με τον οποίον ανανεώνονται, διαφορετικά λαμβάνει χώρα περιβαλλοντική υποβάθμιση. Θεωρητικά, το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα της περιβαλλοντικής υποβάθμισης είναι η ανικανότητα του γήινου οικοσυστήματος να υποστηρίξει την ανθρώπινη ζωή (οικολογική κρίση).

Παρακάτω θα παραθέσουμε, από τη δική μας οπτική γωνία, ένα μοντέλο ανάπτυξης του Δήμου Ναυπλίου. Θα αναλύσουμε γενικότερα:

Που είμαστε

Η κατάσταση είναι πολύ άσχημη. Οι τοπικοί άρχοντες είναι “λίγοι”. Βέβαια δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι παραπάνω από διοικούντες που έχουν διοριστεί με τη βοήθεια του πελατειακού συστήματος. Γιαυτό φταίμε εμείς, οι πολίτες, το έχουμε πει και σε παλιότερο άρθρο εδώ. Η σιγουριά της καρέκλας τους είναι βέβαιη, γιατί να κάνουν το παραπάνω. Για να κάνεις το κάτι παραπάνω, πρέπει να αγαπάς αυτό που κάνεις, ο πρώτος σου στόχος είναι να δώσεις, να προσφέρεις, όχι να πάρεις, να αρπάξεις, να εκμεταλλευτείς.

Οπότε συνοψίζοντας έχουμε:
α. Πελατειακό σύστημα
β. Καρεκλοκένταυρους
γ. Εκμετάλλευση της εξουσίας (οικονομικά, ψωρουπερηφάνεια, βόλεμα των συγγενών και φίλων)
δ. Ανομία και αλληλοκάλυψη

Τι δεν έχουμε:
α. Δικαιοσύνη
β. Εγρήγορση, ανησυχία για το μέλλον του τόπου και καλυτέρευσης του
γ. Εκπαίδευση στους πολίτες από μικρή ηλικία, πως θα προσφέρουν καλύτερα στον τόπο τους
δ. Επικοινωνία με τους πολίτες ( Η επικοινωνία περιορίζεται στη προεκλογική περίοδο)

Πολλά άλλα, μπορούμε να προσθέσουμε και να προσθέσετε (κάντε ένα σχόλιο) στο τι έχουμε και τι δεν έχουμε.

Ποιοι είμαστε

Ποιοί είμαστε εμείς που θα ορίσουμε τον τρόπο ανάπτυξης; Ποιός νοιάζεται; Η απάντηση είναι κανείς :). Ούτε καν εμείς, δεν θέλουμε να παρουσιαστούμε σαν σωτήρες, μεγάλες λέξεις αυτές, πολυχρησιμοποιημένες στην πολιτική.

Όπως λέμε στο “Ποιοι Είμαστε“, δεν μας νοιάζει η προσωπική προβολή ή άλλη εκμετάλλευση, δεν θέλουμε επίσης να προκαταβάλουμε τους αναγνώστες μας με το να μας γνωρίσουν, απλά λέμε την άποψή μας. (Ευχαριστούμε τους αναγνώστες του blog που ήθελαν να μας γνωρίσουν).

Γιατί δεν κάνουμε την αλλαγή

Η διοίκηση

O Steve Jobs έλεγε, “Stay Hungry, Stay Foolish” (μείνε πεινασμένος, μείνε χαζός, μτφ). Πολλά μπορείς να αναφέρεις για τον Steve Jobs, θετικά και αρνητικά, αλλά το οφθαλμοφανέστατο είναι ότι το όραμα που είχε, το έκανε πραγματικότητα. Ας παρατηρήσουμε τη πραγματικότητα του δήμου μας. Ποιούς βλέπετε έτσι; Υπάρχει αυτή η ανησυχία; Υπάρχει όραμα; Υπάρχει η μόρφωση και η δεξιότητα να κάνουμε την αλλαγή; Βάζουμε στόχους για την αλλαγή; Εμείς που ψηφίζουμε, μήπως πρέπει να αλλάξουμε τα κριτήρια; Η αλλαγή πρέπει να γίνει σήμερα. Όπως λέει και ο krishnamurti το παρελθόν και το μέλλον είναι σήμερα, σήμερα πρέπει να αλλάξουμε για να δημιουργήσουμε το μέλλον και το παρελθόν που θέλουμε. Πρέπει να επιλέξουμε την ανάπτυξη επειδή τη θέλουμε, ώστε να ανέβει το βιωτικό μας επίπεδο, όχι επειδή μας την προσφέρει σε λόγια η εκάστοτε κυβέρνηση. Πρέπει να επιλέξουμε τους ανθρώπους που μπορούν να θέσουν στόχους και κατά πλειοψηφία, να τους επιτύχουν.

Οι πολίτες

Οι πολίτες πρέπει να αναζητάμε πάντα το καλύτερο. Η αλήθεια είναι ότι αυτή την εποχή, είναι το μόνο εύκολο. Αν όμως πάμε σε εύκολες συζητήσεις που κάνουμε, τι λέμε; “Το ναύπλιο είναι η ομορφότερη πόλη της Ελλάδος”, “Το Ναύπλιο είναι μέσα στις καλύτερες πόλεις της Ελλάδος” και πολλές τέτοιες προτάσεις. Ας δούμε όμως προσεκτικά:
α. Ποια είναι η κατάσταση των υπόλοιπων πόλεων;
β. Είναι πραγματικά όμορφη πόλη σήμερα το Ναύπλιο;

Ίσως αν παρατηρήσουμε προσεκτικά την πόλη, δούμε τη κατάσταση των αρχαίων μνημείων, τα σκουπίδια, το λιμάνι και πολλά άλλα, ίσως αναθεωρήσουμε την άποψη μας. Σίγουρα έχουν γίνει βήματα, αλλά μεμονωμένα. Η ερώτηση που πρέπει να κάνουμε στον εαυτό μας είναι, πως θέλουμε να είναι η πόλη μας;

Η ερώτηση αυτή θα μας βοηθήσει να βρούμε τα περιθώρια βελτίωσης και να θέσουμε πραγματικούς, ορατούς στόχους. Εμείς πιστεύουμε ότι το Ναύπλιο πρέπει να είναι η καλύτερη πόλη της Ελλάδος, πρότυπο για τις υπόλοιπες και μέσα στις καλύτερες πόλεις της Ευρώπης. Μπορεί να ακούγεται ρομαντικό ή ουτοπικό, αλλά εμείς πιστεύουμε ότι οι ορατές δυνάμεις που έχει αυτός ο τόπος, μπορούν να τη φτάσουν στη θέση αυτή, κάτι που προυποθέτει βέβαια κοινό όραμα και σκληρή δουλειά.

Πράγματα που μας κρατάνε στην ίδια κατάσταση

Σίγουρα το κοινό όραμα και οι στόχοι.
Ας εκφράσει κάποιος με 3 λέξεις ποιο είναι το όραμα της σημερινής διοίκησης ή να μας το απαντήσει η ίδια η διοίκηση. Υπάρχει; Ξέρουμε που πάμε. Ένας χαρακτηριστικός διάλογος από την “Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων”, εμφανίζει το πρόβλημα που αναφέρουμε:
“Θα μου πεις σε παρακαλώ, προς τα που να πάω;” ρώτησε η Αλίκη τη γάτα.
“Αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό με το πού θέλεις να φτάσεις”, είπε η γάτα.
“Δεν με ενδιαφέρει το που.”, απάντησε η Αλίκη.
“Τότε δεν έχει σημασία προς τα που θα πας” είπε η γάτα.

Η έλλειψη επικοινωνίας με τους πολίτες είναι η κύρια αιτία για την απουσία οράματος και στόχων. Ή καλύτερα να το θέσουμε ώς, η έλλειψη επικοινωνίας με τη μεγαλύτερη μερίδα πολιτών, με αυτούς δηλαδή που δεν βολεύονται.

Ποιος είναι ο σκοπός

Σκοπός πιστεύουμε πρέπει να είναι η ανάπτυξη του τόπου. Η στιγμή αυτή, ίσως είναι η τέλεια ευκαιρία για να επικοινωνήσει ο δήμος με τους πολίτες, να προκαλέσει ενδιαφέρον, να προκαλέσει διάλογο, να αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης, να δημιουργήσει εν τέλει σταθερές σχέσεις.

Πρόσκληση Ενδιαφέροντος

Ο δήμος πρέπει να ρωτήσει τους πολίτες για τα προβλήματά τους. Ναι είναι τόσο απλό για να ξεκινήσει ένας διάλογος. Γιατί είσαστε ανύπαρκτοι; Δεν έχετε κάτι να πείτε στους πολίτες; Δεν μπορείτε να τους δώσετε ελπίδα; Τότε τι κάνετε; Σοβαρά είσαστε εντάξει με τον εαυτό σας, κοιτάζεστε το πρωί στον καθρέφτη και λέτε, σήμερα θα κάνω τα πάντα για τους συμπολίτες μου, θα βρω λύσεις στα προβλήματα τους. Αυτό πρέπει να ρωτάτε το πρωί τον εαυτό σας.

Διάλογος

α. Μαθαίνουμε τα προβλήματα (Ανεργία, Ασφάλεια, Υγεία κτλ κτλ)
β. Βάζουμε προτεραιότητες για το ποιο πρόβλημα πρέπει να λυθεί πρώτο, σύμφωνα πάντα με την πλειοψηφία.
γ. Αναζητούμε σε μια ανοικτή συζήτηση, για την οποία θα κρατάμε σε πρακτικά, λύσεις του προβλήματος, εντοπίζοντας πρώτα τα εμπόδια αυτής. Προτείνουμε εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης και συμφωνούμε τελικά σε μία. Αν δεν έχουμε τρόπο επίλυσης, αναζητούμε πόρους που θα μπορούν βοηθήσουν. Αν λεφτά δεν υπάρχουν (πράγμα που υποστηρίζετε) μπορείτε να στραφείτε στον εθελοντισμό, ο οποίος είναι χρήσιμο εργαλείο.
δ. Αν μπορούμε να το μετρήσουμε το πρόβλημα (π.χ. Ο δήμος Ναυπλιου έχει χ άνεργους), τότε σίγουρα θα βρούμε ένα τρόπο επίλυσης, το άγνωστο σίγουρα φοβίζει

Σχέσεις Εμπιστοσύνης

Ο διάλογος σιγά σιγά, αν υπάρχουν αποτελέσματα, θα φέρει την εμπιστοσύνη. Αυτό δεν είναι το θεμιτό; Έχετε κάτι άλλο στο νου σας; Κάντε το τώρα, προσεγγίστε τον πολίτη, δεσμευτείτε ότι:
α. Πετάμε πίσω το παρελθόν
β. Πείτε την αλήθεια
γ. Κάντε κάτι για να διορθώσετε τον εαυτό σας, έτσι ώστε όλοι να σας βλέπουν άυτή τη διόρθωση και όχι να σας κρίνουν.
δ. Υποστηρίξτε τους πολίτες, μην είστε κυνικοί και αρνητικοί, τώρα σας χρειάζονται περισσότερο από ποτέ
ε. Ρωτήστε τους πολίτες
στ. Ακούστε τους πολίτες
ζ. Μη βιάζεστε να πείτε τη δικιά σας γαμάτη άποψη, ακούστε
η. Ξεκάθαρα εκφράστε το όραμα σας (όχι αμπελοφιλοσοφίες)
θ. Να έχετε σεβασμό προς τους πολίτες
ι. Απολογηθείτε για λάθη που έχετε κάνει, είναι ο πιο εύκολος τρόπος αποκατάστασης των σχέσεων, δοκιμάστε το

Αλλάζουμε τους κανόνες

Πολίτες

Αλλάζουμε τρόπο σκέψης στην επιλογή οδηγού, θέλουμε καποιον με πλάνο, με ιδέες, με γνώσεις.

Διοικούντες

Ο καθένας να κάνει την υπέρβαση του. Στα δύσκολα φαίνονται οι μεγάλοι άνθρωποι, όχι στα εύκολα.

Συνοψίζοντας, η ανάπτυξη που ακούμε δεξιά αριστερά, είναι μια αφηρημένη έννοια, αν δεν πάρει σάρκα και οστά. Αναφέρουμε ένα μοντέλο ανάπτυξης που έρχεται μέσα από το διάλογο, το πιο χαρακτηριστικό και αποδοτικό τρόπο επίλυσης μεγάλων και δύσκολων προβλημάτων. Τα εργαλεία υπάρχουν (Facebook, Twitter κτλ) για άμεση επικοινωνία με τους πολίτες, χρησιμοποιήστε τα για κάτι χρήσιμο, όχι μόνο για ψηφοθηρία και χαζολόι. Έχουμε πιο σημαντικά πράγματα να κάνουμε.

Επικοινωνήστε.. Δημιουργήστε..

Παραθέτουμε το βίντεο του κ. Οικονομίδη Πέτρου ως πηγή έμπνευσης..

Κορνήλιος Καστοριάδης | Συνέντευξη

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (Κωνσταντινούπολη, 11 Μαρτίου 1922- Παρίσι, 26 Δεκεμβρίου 1997) ήταν Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής.

Συγγραφέας του έργου “Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας”, διευθυντής σπουδών στην Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού από το 1979, και φιλόσοφος της αυτονομίας, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα.

Παραθέτουμε την εκπομπή “Παρασκήνιο” σε μια έρευνα της Τέτας Παπαδοπούλου. Τα κείμενα διαβάζει η Λίνα Νικολακοπούλου.

Καπνισμένο Τσουκάλι | Γιάννης Ρίτσος | Νίκος Ξυλούρης | Χρήστος Λεοντής

ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ


Ηταν μακρυς ο δρομος ως εδω! Πολυ μακρυς αδελφε μου.
Οι χειροπεδες βαραιναν τα χερια. Τα βραδια
που ο μικρος γλομπος κουνουσε το κεφαλι του λεγοντας “περασε η ωρα”
εμεις διαβαζαμε την ιστορια του κοσμου σε μικρα ονοματα
σε καποιες χρονολογιες σκαλισμενες με το νυχι στους τοιχους
των φυλακων,
σε κατι παιδιαστικα σχεδια των μελλοθανατων
– μια καρδια, ενα τοξο, ενα καραβι που ‘σκιζε σιγουρα το χρονο,
σε καποιους στιχους που εμειναν στη μεση για να τους τελειωσουμε,
σε καποιους στιχους που τελειωσαν για να μην τελειωσουμε.

Ηταν μακρυς ο δρομος ως εδω -δυσκολος δρομος.
Τωρα ειναι δικος σου αυτος ο δρομος. Τον κρατας
οπως κρατας το χερι του φιλου σου, και μετρας το σφυγμο του,
πανου σε τουτο το σημαδι που αφησαν οι χειροπεδες.
Κανονικος σφιγμος. Σιγουρο χερι.
Κανονικος σφυγμος. Σιγουρος δρομος.

Διπλα σου, αυτος ο αναπηρος πριν κοιμηθει, βγαζει το ποδι του,
τ’ αφηνει στην γωνια, ενα κουφιο ξυλινο ποδι,
πρεπει να το γεμισεις, οπως γεμιζεις τη γλαστρα με χωμα,
να φυτεψεις τα λουλουδια,
οπως γεμιζει το σκοταδι με αστερια,
οπως γεμιζει λιγο-λιγο η φτωχεια, στοχασμο κι αγαπη.

Τοχουμε αποφαση, μια μερα ολοι οι ανθρωποι ναχουνε δυο ποδια,
ενα χαρουμενο γεφυρι απο ματια σε ματια,
απο καρδια σε καρδια. Γι αυτο οπου καθησεις,
αναμεσα στα τσουβαλια του καταστρωματος, φευγοντας για την εξορια
πισω απο τα σιδερα του τμηματος μεταγωγων,
κοντα στο θανατο που δε λεει “αυριο”,
αναμεσα σε χιλιαδες δεκανικια, απο πικρα σακατεμενα χρονια,
εσυ λες “αυριο”, και καθεσαι ησυχος και βεβαιος,
οπως καθεται ενας δικαιος ανθρωπος αντικρυ στους ανθρωπους.

Αυτα τα κοκκινα σημαδια στους τοιχους,μπορει ναναι κι απο αιμα.
ολο το κοκκινο στις μερες μας ειναι αιμα,
μπορει ναναι κι απ’ το λιογερμα, που χτυπαει στον απεναντι τοιχο.

Καθε δειλι τα πραγματα κοκκινιζουν πριν σβησουν
και ο θανατος ειναι πιο κοντα. Εξω απ’ τα καγκελα,
ειναι οι φωνες των παιδιων, και το σφυριγμα του τραινου.

Τοτε τα κελλια γινονται πιο στενα,
και πρεπει να σκεφτεις το φως σ’ εναν καμπο με σταχυα,
και το ψωμι στο τραπεζι των φτωχων,
και τις μητερες να χαμογελανε στα παραθυα,
για να βρεις λιγο χωρο να απλωσεις τα ποδια σου.

Κεινες τις ωρες, σφιγγεις το χερι του συντροφου σου,
γινεται μια σιωπη γεματη δεντρα,
το τσιγαρο κομμενο στη μεση, γυριζει απο στομα σε στομα,
οπως ενα φαναρι που ψαχνει το δασος,- βρισκουμε τη φλεβα
που φτανει στην καρδια της ανοιξης, Χαμογελαμε.

Χαμογελαμε κατα μεσα. Αυτο το χαμογελο, το κρυβουμε τωρα.
Παρανομο χαμογελο-οπως παρανομος εγινε κι ο ηλιος,
παρανομη και η αληθεια.
Κρυβουμε το χαμογελο,
οπως κρυβουμε στην τσεπη μας, τη φωτογραφια της αγαπημενης μας,
οπως κρυβουμε την ιδεα της λευτεριας, αναμεσα στα δυο φυλλα της καρδιας μας.
Ολοι εδω περα εχουμε εναν ουρανο και το ιδιο χαμογελο.

Αυριο μπορει να μας σκοτωσουν. Αυτο το χαμογελο,
κι αυτον τον ουρανο, δεν μπορουν να μας τα παρουν.

Ξερουμε πως ο ισκιος μας, θα μεινει πανου στα χωραφια,
πανω στην πλιθινη μαντρα του φτωχοσπιτου,
πανω στους τοιχους των μεγαλων σπιτιων που θα χτιζονται αυριο,
πανου στην ποδια της μητερας, που καθαριζει φρεσκα φασολακια,
στη δροσερη αυλοπορτα.
Το ξερουμε.

Ευλογημενη ας ειναι η πικρα μας.
Ευλογημενη η αδελφοσυνη μας.
Ευλογημενος ο κοσμος που γεννιεται.

Καποτες, ειμαστε πολυ περηφανοι αδελφε μου,
γιατι δεν ειμαστε καθολου σιγουροι.
Μεγαλα λογια λεγαμε,
πολλα χρυσα γαλονια βαζαμε στα μπρατσα του στιχου μας,
ενα ψηλο λοφιο ανεμιζε στο μετωπο του τραγουδιου μας,
καναμε θορυβο-φοβομαστε, γι αυτο καναμε θορυβο,
σκεπαζαμε το φοβο μας με τη φωνη μας,
χτυπουσαμε τα τακουνια μας στο πεζοδρομιο,
ανοιχτες δρασκελιες, καμπανιστες,
οπως εκεινες οι παρελασεις, με τα αδεια κανονια,
που τις κοιταν οι ανθρωποι απ’ τα πορτοπαραθυρα,
και που κανεις δεν τις χειροκροταει.

Τοτες βγαζαν λογους στις ξυλινες εξεδρες, στα μπαλκονια,
φωναζαν τα ραδιοφωνα, ξαναλεγαν τους λογους,
πισω απ’ τις σημαιες κρυβοταν ο φοβος,
μεσα στα τυμπανα αγρυπνουσαν οι σκοτωμενοι,
κανεις δεν καταλαβαινε τι γινοταν,
οι σαλπιγγες μπορει να διναν το ρυθμο στα βηματα,
δε διναν το ρυθμο στην καρδια. Ψαχναμε το ρυθμο.

Οι αντιφεγγιες απ’ τα οπλα, και τα τζαμια, κατι διναν στα ματια,
μια στιγμη – τιποτα αλλο,
υστερα κανενας δεν θυμοταν λεξη, δεν θυμοταν προσωπο και ηχο.

Το βραδι, οταν σβηναν τα φωτα, κι εσερνε ο αγερας στους δρομους τις χαρτινες σημαιουλες,
κι η βαρεια σκια ενος οδοστρωτηρα εμενε στην πορτα,
εμεις αγρυπνουσαμε,
μαζευαμε τη σκορπια βουη των δρομων,
μαζευαμε τα σκορπια βηματα,
βρισκαμε το ρυθμο, την καρδια, τη σημαια.

Και να αδελφε μου, που μαθαμε να κουβεντιαζουμε,
ησυχα-ησυχα κι απλα.
Καταλαβαινομαστε τωρα-δε χρειαζονται περισσοτερα.
Κι αυριο λεω θα γινουμε ακομα πιο απλοι,
θα βρουμε αυτα τα λογια, που παιρνουν το ιδιο βαρος,
σ’ ολες τις καρδιες, σ’ ολα τα χειλη,
ετσι να λεμε πια τα συκα: συκα, και τη σκαφη: σκαφη,
κι ετσι που να χαμογελανε οι αλλοι και να λενε:”τετοια ποιηματα,
σου φτιαχνουμε εκατο την ωρα”.
Αυτο θελουμε και εμεις.
Γιατι εμεις,δεν τραγουδαμε για να ξεχωρισουμε, αδελφε μου απ’ τον κοσμο.
Εμεις τραγουδαμε, για να σμιξουμε τον κοσμο.

Λοιπον, δεν ειναι αναγκη να φωναξω για να με πιστεψουν,
να πουν:”οποιος φωναζει εχει δικιο”.
Εμεις το δικιο τοχουμε μαζι μας, και το ξερουμε,
κι οσο σιγα κι αν σου μιλησω, ξερω πως θα με πιστεψεις-
συνηθισαμε στη σιγανη κουβεντα στα κρατητηρια, στις συνεδριασεις,
στη συνωμοτικη δουλεια της κατοχης,
συνηθισαμε στα μικρα σταρατα λογια, πανου απ’ το φοβο,
και πανου απ’ τον πονο,
ημερα, ωρα, συνθημα στις τρομερες μουγγες γωνιες της νυχτας,
στις διασταυρωσεις του χρονου, που μια στιγμη τις φωτιζε
ο προβολεας του μελλοντος-
βιαστικα λογια, μια μικρη περιληψη της ζωης, τα κυρια σημεια μοναχα,
γραμμενα στο κουτι των τσιγαρων, η σ’ ενα τοσο δα χαρτι,
κρυμμενο στο παπουτσι, η στο στριφωμα του σακκακιου μας,
ενα μικρο χαρτι, σαν ενα μεγαλο γεφυρι, πανου απ’ το θανατο.

Α βεβαια, ολα τουτα θα πουν, δεν ειναι τιποτα.
Ομως εσυ αδελφε μου, ξερεις πως απο τουτα τα απλα λογια,
απο τουτες τις απλες πραξεις, απο τουτα τα απλα τραγουδια,
μεγαλωνει το μποι της ζωης, μεγαλωνει ο κοσμος,
μεγαλωνουμε.

Κι οχι να πειτε πουκανα και τιποτα σπουδαιο,
μονο που περασα και ακουμπησα στον ιδιο τοιχο,
που ακουμπησατε συντροφια μου,
μονο που διαβασα στα τμηματα μεταγωγων,
τα ονοματα των ηρωων και των μαρτυρων μας,
μονο που φορεσα τις ιδιες χειροπεδες που φορεσατε,
μονο που πονεσα μαζι σας, κι ονειρευτηκα μαζι σας,
μονο που σε βρηκα και βρηκες, συντροφε.

Ο Μπαρμπα-Χριστος, εχτισε το φουρνο του στρατοπεδου.
Ειχα σταθει και κοιταζα τα σιγουρα γεροντικα του χερια,
τουτα τα απλα, σοφα, συντροφικα του χερια-
ωρα την ωρα ο φουρνος ψηλωνε,
ψηλωνε ο κοσμος,
ψηλωνε η αγαπη,
κι οταν γευτηκα το πρωτο κομματι απ’ το ζεστο καρβελι μας,
μ’ αυτη τη γευση πηρα μεσα μου
κατι απ’ τα σοφα χερια του γερο – χτιστη,
κατι απ’ τα χερια ολων των συντροφων που ζυμωνουν το ψωμι του κοσμου,
εκεινη τη γαληνια σιγουρια του ανθρωπου
που φτιαχνει ωφελιμα κι απαραιτητα πραματα.

Υστερα μαθαμε πολυ περισσοτερα, μα αν θα καθομουν
να σας τα ιστορησω ολα,
δε θα τελειωνε ποτε το τραγουδι μου,
οπως ποτε δεν τελειωνει η αγαπη μας, η ζωη, ο ηλιος.

Κι ερχομαι μοναχα να σ’ αγκαλιασω και να κλαψω αδελφε μου,
οπως ο ερωτευμενος που γυρναει απο χρονια στην καλη του,
και μ’ ενα του φιλι, της λεει ολα τα χρονια που περιμενε,
κι ολα τα χρονια που τους περιμενουν, περα απ’ το φιλι τους.

Εμεις, ωρες πολλες κοιταζαμε το ιδιο σημαδι,
πολλες ζωες το ψαξαμε τουτο το σημαδι,
ως να του εμπιστευτουμε την καρδια μας, και τα χερια μας.

Κι απ’ αυτο που το κοιταξανε χιλιαδες πονεμενοι ανθρωποι,
παιρνει κατι απ’ τα ματια μας, κι απ’ το σμιξιμο των ματιων μας,
και μεγαλωνει, μεγαλωνει, μεγαλωνει,
οπως το ζυμαρι στη σκαφη, το δντρο στον ηλιο,
η ελπιδα στην καρδια μας.

Και τ’ αλλα παλι, τα πολυ μεγαλα, τ’ απιαστα κι αθωρητα,
απ’ το πολυ που τα κοιταξαμε μαζι και τ’ αγαπησαμε μαζι,
εγιναν πια δικα μας, ενα με μας, ταχουμε διπλα μας,
σαν την αλατιερα, σαν το πηρουνι, σαν το πιατο,
και τωρα το ιδιο απλα και γκαρδιακα, κοιταζουμε ενα φυλλο η ενα αστερι,
την πετρα οπου καθομαστε, η τα ψηλα φουγαρα του μελλοντος.

Η Καρδια μου σημερα, δε μοιαζει με κανενα συγνεφο,
χρυσο που λαμπαδιαζει στο λιογερμα,
μητε με κανεναν αγγελο που στρωνει το τραπεζι μες στα δεντρα του παραδεισου,
τιναζοντας με τ’ ασπρα του φτερα τα ψιχουλα των αστρων
απ’ τις γενειαδες των παλιων Αγιων.

Τιποτα τετοιο.
Η Καρδια μου ειναι τωρα ενα φαρδυ χωματενιο τσουκαλι,
που μπηκε πολλες φορες στη φωτια.
που μαγειρεψε χιλιαδες φορες για τους φτωχους
για τους ξωμαχους, για τους περαταρηδες
για τους εργατες και για τις πικρες μαναδες τους,
για τον πεινασμενο ηλιο, για τον κοσμο-ναι για ολο τον κοσμο-
ενα φτωχο, καπνισμενο μαυρισμενο τσουκαλι,
που κανει καλα τη δουλεια του,
που βραζει αγρια ραδικια του βουνου, κι αρια και που,
κανα κοψιδι κρεας,
κι απο κατου συδαυλιζουν τη φωτια τα πεινασμενα αδελφια μου,
καθενας βαζει και το ξυλο του,
καθενας καρτεραει το μερτικο του.

Καθονται γυρω-γυρω, μαζι με τ’ αρνια και τα γελαδια,
οπως καθοσαστε τωρα εσεις τριγυρω μου,
μιλανε για τη βροχη, για τον ηλιο, για την ειρηνη,
μιλανε για τον καιρο, για τη σπορα, για τη σοδεια,
για κεινο το σημαδι που ολο και περισσοτερα ματια το κοιταζουν,
για κεινο το αστρο που δε σβηνει με κανεναν ανεμο,
κι οι πεθαμενοι μαζευονται γυρω απο την ταβλα μας,
και περιμενουν κι αυτοι το μερτικο τους.
Και τουτο το τσουκαλι βραζει, βραζει τραγουδωντας.

Τουτες τις μερες, ο ανεμος μας κυνηγαει.
Γυρω σε καθε βλεμμα το συρματοπλεγμα,
γυρω στην καρδια μας το συρματοπλεγμα,
γυρω στην ελπιδα το συρματοπλεγμα. Πολυ κρυο εφετος.

Ποιο κοντα. Ποιο κοντα. Μουσκεμενα χιιομετρα μαζευονται γυρω τους.
Μεσα στις τσεπες του παλιου παντελονιου τουε,
εχουν μικρα τζακια να ζεσταινουν τα παιδια.

ΚΑθονται στον παγκο κι αχνιζουν, απ’ την βροχη και την αποσταση.
Η ανασα τους ειναι ο καπνος ενος τραινου, που παει μακρια,πολυ μακρια.
Κουβεντιαζουν, και τοτε η ξεβαμμενη πορτα της καμαρας,
γινεται σαν μητερα, που σταυρωνει τα χερια της κι ακουει.

Κι ακουω και γω, και παιρνω κι αυγαταινω-ριχνω και γω καμμια κουβεντα
που και που,
οπως ριχνουμε ενα ξυλο στη φωτια-
φουντωνει η φλογα, γινεται πιοτερο το φως -ξυλο το ξυλο-
κοκκινιζουν οι τοιχοι, αποτραβιεται ο ανεμος,
τριζει το παραθυροφυλλο,
ακουγεται εξω καποιο γαιδουρακι που βοσκαει ακομα στο γρασιδι,
και το σκυλι καθεται ησυχο μπροστα στα ποδια των πεθαμενων.
Ολοι περιμενουμε να ξημερωσει.

Επεσε ο ανεμος, Σιωπη. Στη γωνια της καμαρας,
ενα αλετρι συλλογισμενο, περιμενει τ’ οργωμα.
Ακουγεται πιο καθαρα, το νερο που κοχλαζει στο τσουκαλι.

Αυτοι που περιμενουν στον ξυλινο παγκο,
ειναι οι φτωχοι, οι δικοι μας οι δυνατοι,
ειναι οι ξωμαχοι, οι σπουδαστες, κι οι προλεταριοι-
καθε τους λεξη ειναι ενα ποτηρι κρασι
μια γωνια μαυρο ψωμι
ενα δεντρο πλαι στο βραχο
ενα παραθυρο ανοιχτο στη λιακαδα.

Ειναι οι δικοι μας Χριστοι, οι δικοι μας Αγιοι.
Τα χοντρα τους παπουτσια ειναι σαν βαγονια με καρβουνο
τα χερια τους ειναι η σιγουρια-
αργασμενα χερια, σκληρα χερια, ροζιασμενα
με φαγωμενα νυχια, με αγριες τριχες
με το μεγαλο δαχτυλο φαρδυ οσο η ιστορια του ανθρωπου
με τη φαρδεια σπιθαμη σα γιοφυρι πανω απο το γκρεμο.

Τα δαχτυλικα τους αποτυπωματα, δεν ειναι μοναχα στα μητρωα των φυλακων,
φυλαγονται στα αρχεια της ιστοριας,
τα δαχτυλικα τους αποτυπωματα, ειναι οι πυκνες σιδηροδρομικες γραμμες,
που διασχιζουν το μελλον.
Κι η καρδια μου εμενα, τιποτα πιοτερο συντροφια μου, ενα πηλινο μαυρισμενο τσουκαλι,
που κανει καλα τη δουλεια του- τιποτ’ αλλο.
Γεια σας συντροφοι.

Λοιπομν παιδια μου, συλλογιεμαι τωρα σαν τον παππου που λεει παραμυθια
(και μη θυμωσετε που σας λεω παιδια μου,
μονο στα χρονια μπορει ναμαι πιο μεγαλος σε τιποτα αλλο
κι αυριο θα με πειτε εσεις: παιδι μου, και γω δε θα θυμωσω,
γιατι οσο θαναι νιοτη μες στον κοσμο θαμαι νεος
και να με λετε :παιδι μου παιδια μου),
λοιπον παιδια μου, συλλογιεμαι τωρα
να βρω μια λεξη να ταιριαζει στο μποι της λευτεριας
μητε πιο ψηλη, μητε πιο κοντη-
το περισσιο ειναι ψευτικο,
το λιγοστο ειναι ντροπαλο,
και γω δεν τοχω σκοπο να καμαρωσω
για τιποτα πιοτερο, για τιποτα λιγοτερο απο ανθρωπος.

Θα βρουμε το τραγουδι μας. Καλα παμε. Τι λες και συ συντροφε;
Καλα, καλα.
Βρασανε τα ραδικια. Λιγοστο το λαδι. Δεν πειραζει.
Περσευει η ορεξη κι η καρδια. Ειναι ωρα.

Εδω ειναι ενα φως αδελφικο-απλα τα χερια και τα ματια.
Εδω δεν ειναι ναμαι εγω πανω απο σενα, η εσυ πανω απο μενα.
Εδω ειναι ναναι ο καθενας μας πανω απο τον εαυτο του.

Εδω ειναι ενα φως αδελφικο, που τρεχει σαν ποταμι διπλα στον μεγαλο τοιχο.
Αυτο το ποταμι το ακουμε ως και μεσα στον υπνο μας.
Κι οταν κοιμομαστε, τονα μας χερι κρεμασμενο απ’ οξω απ την κουβερτα,
βρεχεται μεσα σε τουτο το ποταμι.

Φτανει με δυο σταγονες μονο, απο τουτο το νερο να ραντισεις το προσωπο του εφιαλτη, και χανεται καπνος πισω απ’ τα δεντρα.
Κι ο θανατος, δεν ειναι παρα ενα φυλλα που επεσε, για να θρεψει ενα φυλλο που ανεβαινει.
Τωρα το δεντρο σε κοιταει καταματα, μες τα φυλλα του, η ριζα σου δειχνει ολο το δρομο της,
κι εσυ κοιτας καταματα τον κοσμο-δεν εχεις τιποτα να κρυψεις.
Τα χερια σου ειναι καθατα, πλυμενα με το χοντρο σαπουνι του ηλιου,
τα χερια σου τ’ αφηνεις στο συντροφικο τραπεζι ξεσκεπα,
τα εμπιστευεσαι στα χερια των συντροφων σου.
Η κινηση τους ειναι απλη, γεματη ακριβεια.
Κι οταν ακομη βγαζεις μια τριχα απ το σακακι του φιλου σου,
ειναι σαν να βγαζεις ενα φυλλο απ’ το ημερολογιο
επιταχυνοντας το ρυθμο του κοσμου.
Μ’ ολο που το ξερεις πως εχεις ακομη να κλαψεις πολυ
ωσπου να μαθεις τον κοσμο να γελαει.

Ενα τσουκαλι λοιπον. Τιποτ’ αλλο.
Πηλινο μαυρισμενο τσουκαλι,
βραζοντας, βραζοντας και τραγουδωντας,
βραζοντας πανω στου ηλιου τη φωτια, και τραγουδωντας.

Πηγή