Δίστομο-Χάγη | Κουτί της Πανδώρας

Advertisements

Τα διλήμματα της οικονομίας και της πολιτικής | Μάνος Ματσαγγάνης

Ομιλία σε εκδήλωση της οργάνωσης Νέου Κόσμου – Κουκακίου της Δημοκρατικής Αριστεράς (Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012)

Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες (κάτω από τις Άλπεις) έχουν προβλήματα (μερικές σοβαρά). Καμμιά χώρα όμως δεν έχει τα δικά μας προβλήματα: μεγάλο χρέος (το μεγαλύτερο στην ΕΕ), μεγάλα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού (10% του ΑΕΠ, μετά από οδυνηρή λιτότητα δύο ετών), και ταυτόχρονα μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών (εμπορικό + υπηρεσιών). Τα ελλείμματα αλληλοσυνδέονται: η πλαστή ευημερία (με δανεικά) δεν επιβάρυνε μόνο το δημόσιο έλλειμμα, διόγκωνε επίσης (τεχνητά) τη ζήτηση, αυξάνοντας τις εισαγωγές και αφαιρώντας από τις επιχειρήσεις το κίνητρο για εξαγωγές.

Μια χώρα που βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση δεν έχει παρά δύο (και μόνο δύο) επιλογές. Η μια είναι η κανονική υποτίμηση, ενδεχομένως με στάση πληρωμών, τύπου Αργεντινής το 2001 – αν και η Αργεντινή είχε εμπορικό πλεόνασμα (άρα είχε τρόφιμα και καύσιμα όσο διαρκούσε ο αποκλεισμός της από τις διεθνείς αγορές), καθώς και πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού (άρα μπορούσε να πληρώνει μισθούς ή συντάξεις και να εγγυάται τη λειτουργία του κράτους). Η άλλη είναι η λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση»: λιτότητα αλλά και μείωση των τιμών, ώστε να προστατευθεί η αγοραστική δύναμη των (μειωμένων) μισθών και ταυτόχρονα να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Ο Daniel Gros σε παλαιότερη ομιλία του στην Αθήνα είχε υπολογίσει το μέγεθος της απαιτούμενης μείωσης (κατ’ αρχήν των μισθών) σε 25%. Μια εξαγωγική ώθηση θα μείωνε το μέγεθος αυτό, μια υστέρηση θα το αύξανε. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, η μείωση των μέσων ακαθάριστων αποδοχών την διετία 2009-2011 (σε πραγματικές τιμές) ήταν 12%, δηλ. το μισό περίπου της απαιτούμενης προσαρμογής (κατά Gros).

Η «εσωτερική υποτίμηση», για να αποδώσει, έχει ορισμένες (απαιτητικές) προϋποθέσεις. Πρώτον, δίκαιη κατανομή των βαρών της προσαρμογής + κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας. Δεύτερον, συμφωνία των κοινωνικών εταίρων, ώστε οι μειώσεις μισθών αφενός να μεταφραστούν σε μειώσεις τιμών και αφετέρου να είναι πρόσκαιρες (όσο διαρκεί η κρίση) και να αναπληρωθούν από ανάλογες αυξήσεις στο μέλλον (ώστε δηλ. να πιάσουν τόπο οι θυσίες των εργαζομένων). Τρίτον, εξυγίανση των θεσμών: καταπολέμηση της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής, της κακοδιοίκησης, της στρέβλωσης της αγοράς – ώστε η επιχειρηματικότητα να πάψει να βασίζεται στη διαπλοκή με πολιτικούς, στη συμπίεση των μισθών, στην παραβίαση της (εργατικής, ασφαλιστικής, φορολογικής, περιβαλλοντικής, πολεοδομικής κ.ά.) νομοθεσίας.

Ήταν το Μνημόνιο μονόδρομος; Και ναι και όχι. Ναι – επειδή με δεδομένο τον αποκλεισμό μας από τις διεθνείς χρηματαγορές ήταν ο μοναδικός τρόπος εξασφάλισης των δανειακών αναγκών της χώρας. Όχι – επειδή ούτε οι αγορές, ούτε το ΔΝΤ, ούτε η ΕΕ, ούτε κάποιος άλλος νοιάζεται πολύ για το πώς μια χώρα τηρεί τις δανειακές υποχρεώσεις της, ούτε για το πώς μειώνει τα ελλείμματά της (για αυτό άλλωστε κανείς δεν εμποδίζει τη Δανία να έχει υψηλή φορολογία, υψηλή κοινωνική δαπάνη κτλ). Συνεπώς, παρότι κάποιο Μνημόνιο ήταν αναγκαίο, κανείς δεν μας εμπόδιζε να προτείνουμε ένα άλλο Μνημόνιο, όπως το θέλαμε εμείς, με τα δικά μας «ισοδύναμα μέτρα» μείωσης των ελλειμμάτων.

«Καλά όλα αυτά – το θέμα είναι τι κάνουμε τώρα». Η δημόσια συζήτηση για την τακτική της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις για το PSI και τη δανειακή σύμβαση στα κανάλια και στα blogs μοιάζει λίγο με τη συζήτηση για την πορεία της Εθνικής ομάδας του μπάσκετ το 1987: ξαφνικά γίναμε όλοι ειδικοί για το εύρος του κουρέματος, για το επιτόκιο των ομολόγων ή για το βρετανικό δίκαιο, όπως τότε όλοι ανέλυαν σε βάθος (και με πάθος) τα σχετικά πλεονεκτήματα του συστήματος ζώνης έναντι του man-to-man. Και το Eurobasket και οι διαπραγματεύσεις για το PSI είναι παιγνίδια (το ένα πήγε υπέροχα, το άλλο θα δούμε) στα οποία είμαστε θεατές, δεν παίζουμε οι ίδιοι. Η ελληνική αντιπροσωπεία παίζει το ρόλο ενός κομπάρσου, που παραμένει μεν ικανός για κάποια αυτοκαταστροφική κίνηση (ιδίως όταν επικεφαλής είναι ο σημερινός υπουργός οικονομικών) αλλά δεν είναι σε θέση να καθορίσει θετικά την έκβαση των διαπραγματεύσεων. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα για μας. Από τη μια, τα γεγονότα των τελευταίων ετών έχουν περιορίσει ασφυκτικά την αξιοπιστία (και, συνεπώς, τα περιθώρια) των δικών μας χειρισμών. Από την άλλη, τα όρια μεταξύ της «συντεταγμένης» χρεωκοπίας και της άτακτης είναι δυσδιάκριτα: κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή με μια στραβοτιμονιά να τα διασχίσουμε (ιδίως όταν βλ. παραπάνω).

Για αυτό η συζήτηση για το εύρος του κουρέματος, για το επιτόκιο των ομολόγων ή για το βρετανικό δίκαιο προσωπικά δεν με συγκινεί ιδιαίτερα: σε λίγες μέρες θα ξέρουμε αν χρεωκοπήσαμε και πώς ακριβώς. Εν τω μεταξύ, θα ήταν προτιμότερο να ξοδεύουμε λιγότερο χρόνο και ενέργεια για ζητήματα όπου είμαστε απλώς θεατές: ας κρατήσουμε τις δυνάμεις μας για όσα μπορούμε να επηρεάσουμε.

Αυτό μας φέρνει στο τελευταίο θέμα: το «διακύβευμα» της επόμενης περιόδου. Θα έλεγα ότι η κατάσταση έχει συνοπτικά ως εξής. Το βραχυπρόθεσμο διακύβευμα είναι να παραμείνουμε στην Α’ Κατηγορία. Η άτακτη χρεωκοπία ή/και επιστροφή στη δραχμή δεν θα είναι το τέλος του κόσμου (η ζωή συνεχίζεται, πάντοτε). Θα σημάνει όμως τον υποβιβασμό μας: δηλ. την συντριπτική ήττα όσων ονειρεύτηκαν μια ευρωπαϊκή Ελλάδα, και την θριαμβευτική νίκη όσων (στα αριστερά και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος) πάντα κατά βάθος προτιμούσαν μια Ελλάδα βαλκανική και μεσανατολική. Επίσης, θα θέσει σε κίνηση έναν πολύ επικίνδυνο μηχανισμό, όπου ο εθνικισμός (με ή χωρίς αντιιμπεριαλιστική προβιά) θα έχει πάρει το πάνω χέρι, και – σε συνδυασμό με τη γρήγορη διάψευση των φρούδων ελπίδων που ήδη καλλιεργεί η παράταξη της δραχμής – θα είναι έτοιμος να μας φέρει στα πρόθυρα μιας καταστροφικής πολεμικής εμπλοκής. Φοβάμαι ότι ο αρχηγός της ΝΔ είναι απόλυτα ικανός για κάτι τέτοιο.

Το μεσοπρόθεσμο διακύβευμα, όσον αφορά την οικονομία, είναι κατ’ αρχήν να μάθουμε να ζούμε χωρίς ελλείμματα, ώστε να περιορίσουμε την έκθεσή μας στις αγορές. Μέσα σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης και ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, η δημοσιονομική σταθερότητα είναι ασφάλεια – και η κύρια προϋπόθεση για να μπορούμε να επιλέγουμε τις πολιτικές που προτιμάμε με όσο περισσότερη αυτονομία γίνεται. Με κίνδυνο να γίνω κουραστικός: οι επάρατες αγορές δεν εμποδίζουν τη μικρή (πλην όμως πλεονασματική) Δανία να επιβάλλει – και να εισπράττει! – φόρους ίσους με το μισό περίπου ΑΕΠ της χώρας, ούτε να χρηματοδοτεί με αυτούς το ισχυρότερο ίσως σύστημα κοινωνικής προστασίας στον κόσμο.

Στη συνέχεια, το ζητούμενο είναι, ασφαλώς, η ανάπτυξη. Σήμερα έχουμε γίνει όλοι κεϋνσιανοί – και διαβάζουμε μανιωδώς τα άρθρα του Krugman, επικροτώντας με ενθουσιασμό την προειδοποίησή του ότι δεν είναι πολύ καλή ιδέα να προσπαθείς να μειώνεις τα ελλείμματα στη διάρκεια της ύφεσης. Σωστά: τα ελλείμματα πρέπει να τα μειώνεις στη διάρκεια της ανόδου της οικονομίας. Κρίμα που στην προ κρίσης περίοδο, όταν επί 10-12 χρόνια είχαμε από τους υψηλότερους ρυθμούς (όπως αποδείχθηκε, σαθρής) ανάπτυξης στην ΕΕ (+4% ετησίως), αντί να μειώσουμε τα ελλείμματα τα αφήσαμε να αυξάνονται ανεξέλεγκτα. (Τότε βέβαια οι σημερινοί κεϋνσιανοί απλώς σιωπούσαν, ή μάλλον επικροτούσαν ενθουσιωδώς τις πολιτικές που παρήγαγαν ελλείμματα και ζητούσαν ακόμη μεγαλύτερα.)

Σε κάθε περίπτωση, όπως έχω γράψει αλλού (Καθημερινή 7 Μαρτίου 2009), η κλασική κεϋνσιανή συνταγή της ώθησης της παραγωγής και της απασχόλησης μέσω της τόνωσης της αγοραστικής δύναμης των εισοδημάτων δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε μια χώρα με αναιμική παραγωγική βάση, όπως είναι πλέον η Ελλάδα. Όπως είδαμε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, τα πρόσθετα εισοδήματα αγοράζουν προϊόντα που εισάγουμε από αλλού. Αυτό μπορεί να είναι καλό για τους εργαζόμενους στην Κίνα και στη Ν. Κορέα (ή στη Γερμανία και τη Γαλλία) – πάντως ως στρατηγική για την ανάπτυξη με αύξηση της απασχόλησης στην Ελλάδα δεν μου φαίνεται πειστική. Συνεπώς, φοβάμαι ότι ο νεοκεϋνσιανισμός à la grecque λίγα έχει να προσφέρει: δεν μένουν παρά οι διαρθρωτικές αλλαγές (στην πλευρά της προσφοράς).

Το μεσοπρόθεσμο διακύβευμα δεν αφορά μόνο την οικονομία αλλά και την πολιτική. Μια μεταρρυθμιστική δύναμη της αριστεράς, ιδίως εάν έχει (απολύτως θεμιτές) κυβερνητικές φιλοδοξίες, δεν διαθέτει την πολυτέλεια να επιτρέψει τη διάβρωση του κύρους των θεσμών από τους οποίους το πολιτικό της εγχείρημα εξαρτάται. Ο αριστερός ρεφορμισμός είναι απλώς αδιανόητος όσο εντείνεται η ανυποληψία των εργατικών συνδικάτων, ή της Βουλής, ή του δημόσιου τομέα.

Φυσικά, αυτό σε κάποιο βαθμό είναι πέρα από τον έλεγχο της μεταρρυθμιστικής αριστεράς. Δείχνει όμως το αναγκαίο περιεχόμενο της πολιτικής της παρέμβασης:
– Αναπροσανατολισμός του κέντρου βάρους της πολιτικής των συνδικάτων (και όχι μόνο) προς τα συμφέροντα των outsiders (των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, ιδίως όσων εργάζονται υπό επισφαλείς συνθήκες).
– Δραστική μείωση του κόστους της πολιτικής, με μείωση του αριθμού των βουλευτών και άλλα μέτρα «ταπείνωσης» (κατά Α. Μανιτάκη) του πολιτικού προσωπικού που μας οδήγησε – υπό τις επευφημίες, βέβαια, της κοινής γνώμης – στην χρεωκοπία.
– Αλλαγή παραδείγματος στο δημόσιο τομέα, με ενθάρρυνση και στήριξη όσων από τους γιατρούς, νοσοκόμους, δασκάλους, καθηγητές, πυροσβέστες, εφοριακούς κ.ά. είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν με εντιμότητα και αφοσίωση στο δημόσιο συμφέρον, (εξ)υπηρετώντας τους πολίτες-χρήστες των υπηρεσιών τους, την ώρα που τα πάντα γύρω τους καταρρέουν.

Το μακροπρόθεσμο διακύβευμα παραμένει αυτό που ήταν πάντοτε: να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να γίνει η Ελλάδα μια χώρα προκοπής και δημιουργίας, με περισσότερες ευκαιρίες και λιγότερες ανισότητες, ένας τόπος στον οποίο νέοι άνθρωποι θα θέλουν να ζουν και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Θα τα καταφέρουμε; Ειλικρινά δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι από αυτό θα κριθούμε όλοι.

Απαντήσεις σε ερωτήσεις

Ε: Είναι αναγκαία μέτρα η μείωση των κατώτατων αποδοχών και η περικοπή του 13ου / 14ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα;
Α: Δεν είμαι απόλυτα πεισμένος, παρότι οικονομολόγοι που τους εκτιμώ ισχυρίζονται πως ναι. Είναι αλήθεια ότι οι μισθοί (και το κόστος εργασίας) στην Ελλάδα τα τελευταία 10-12 χρόνια πριν την κρίση αυξήθηκαν περισσότερο από ό,τι στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είναι επίσης αλήθεια ότι οι κατώτατες αποδοχές στη χώρα μας είναι υψηλότερες από ό,τι στην Ισπανία και στην Πορτογαλία (για να μην αναφέρω τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία – όπου όμως μεταφέρονται οι ελληνικές επιχειρήσεις). Από την άλλη, η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους μισθούς, ούτε η μείωση των μισθών εγγυάται τη μείωση των τιμών: μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί απλώς ευκαιρία αύξησης της κερδοφορίας με διατήρηση (και ενίσχυση) του σημερινού μοντέλου επιχειρηματικότητας (της «αρπαχτής»). Θα προτιμούσα η μείωση των μισθών να είναι συμφωνημένη, πρόσκαιρη, και με ανταλλάγματα (βραχυπρόθεσμα: μείωση των τιμών – μεσοπρόθεσμα: δέσμευση των εργοδοτικών οργανώσεων για προσλήψεις και μισθολογικές βελτιώσεις όταν περάσει η κρίση). Θα προτιμούσα επίσης η συναίνεση των συνδικάτων στη (λελογισμένη) μείωση των κατώτατων αποδοχών να συνδυαστεί με τη δέσμευση των εργοδοτικών οργανώσεων για πιστή εφαρμογή της νομοθεσίας για τις κατώτατες αποδοχές (και την ασφάλιση, και όσα άλλα σήμερα καταστρατηγούνται) από όλες τις επιχειρήσεις. (Οι προγραμματικές συμφωνίες δεν προϋποθέτουν μόνο υπεύθυνα συνδικάτα, αλλά και υπεύθυνη εργοδοσία.)

Ε: Με δεδομένο ότι η ανάπτυξη δύσκολα θα έρθει από αλλού, επιτρέπεται μια προοδευτική πολιτική να δαιμονοποιεί τις ξένες επενδύσεις;
Α: Προφανώς όχι. Από την άλλη, μια προοδευτική πολιτική δεν μπορεί να επικροτεί όλες τις ξένες επενδύσεις: κάποιες μπορεί να επιδεινώνουν τις εργασιακές σχέσεις, άλλες μπορεί να βλάπτουν το περιβάλλον – παρότι αυτά κατά κανόνα προβάλλονται ως προσχήματα από όσους φαντασιώνονται τον κρατικομονοπωλιακό σοσιαλισμό. Επί πλέον, η εμπειρία δείχνει ότι σε οικονομίες με υποδομές που υστερούν, εργατικό δυναμικό χαμηλών δεξιοτήτων, γραφειοκρατικά εμπόδια κτλ. οι ξένες επενδύσεις δεν είναι παραγωγικές αλλά συγκεντρώνονται σε τομείς τύπου real estate. Συνεπώς, θα έλεγα «ξένες επενδύσεις ναι, αλλά με προσοχή και χωρίς μεγάλες αυταπάτες».

Ε: Το ΕΣΠΑ θα δώσει λύση;
Α: Το ΕΣΠΑ είναι προφανώς μια ευκαιρία – αλλά αντίστοιχες ευκαιρίες στο παρελθόν τις χάσαμε. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο πολλαπλασιαστής (κατά Keynes) των δημόσιων επενδύσεων στην Ελλάδα που χρηματοδοτήθηκαν από τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα, τα πακέτα Ντελόρ και Σαντέρ, τα απανωτά Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης κτλ. ήταν κοντά στο 1. Με άλλα λόγια, τα σχετικά κονδύλια «απορροφήθηκαν» αλλά δεν έδωσαν αναπτυξιακή ώθηση. Απλώς κάποιοι τα εισέπραξαν (και μετά έσπευσαν να αγοράσουν ακίνητα ή εισαγόμενα καταναλωτικά προϊόντα), χωρίς να τεθεί σε κίνηση ο κύκλος της ανάπτυξης. Ακόμη χειρότερα, η απόδοσή τους ήταν απελπιστικά χαμηλή. Ένα παράδειγμα που γνωρίζω καλά: την περίοδο 2000-2008 υλοποιήθηκαν ευρωπαϊκά προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης συνολικού κόστους 1 δις. ευρώ – τα οποία όμως δεν φαίνεται να οδήγησαν στη δημιουργία ούτε 1 (μίας) θέσης εργασίας (λέω «δεν φαίνεται» επειδή τα ΚΕΚ αρνούνται να συμμορφωθούν με την υποχρέωση του follow up, δηλ. της παρακολούθησης της πορείας όσων επιμορφώνουν στην αγορά εργασίας). Συνεπώς, το ΕΣΠΑ μπορεί να προσφέρει, όμως η εμμονή (και του σημερινού υπουργού ανάπτυξης) στην «απορροφητικότητα» κινδυνεύει απλώς να αναπαράγει την παραοικονομία και τις άλλες γνωστές παθογένειες.

Ε: Γιατί επιμένουμε στα μεγάλα έργα και όχι στα μικρά (σε τοπική κλίμακα);
Α: Πολλοί οικονομολόγοι (και άνθρωποι της αγοράς) προτιμούν τα μεγάλα έργα επειδή εγγυώνται ταχύτερη απορροφητικότητα και μεγαλύτερη απόδοση. Δεν είμαι απόλυτα πεισμένος. Κάποια από τα μεγάλα έργα (π.χ. επέκταση του Μετρό) θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμα, άλλα απλώς γεμίζουν τη χώρα με περισσότερο τσιμέντο (απασχολώντας λίγους μηχανικούς και μελετητές και πολλούς μετανάστες με χαμηλά μεροκάματα και χωρίς ασφάλιση). Φυσικά, συχνά και τα μικρά έργα σε τοπική κλίμακα πάσχουν από τα ίδια ακριβώς προβλήματα. Αυτό μας φέρνει στην προηγούμενη συζήτηση περί τόνωσης της ζήτησης χωρίς αλλαγή παραγωγικού μοντέλου. Εάν η μηχανή έχει χαλάσει, δεν ωφελεί να της ρίχνεις καύσιμο: πρέπει να την επιδιορθώσεις!

Ε: Η ΑΟΖ θα ήταν λύση;
Α: Ίσως (ο γιος μου που παρακολουθεί το θέμα λέει ναι). Έχω, όμως, την εντύπωση ότι για τους περισσότερους η ΑΟΖ είναι το λαχείο που θα μας επιτρέψει να συνεχίσουμε να ζούμε όπως είχαμε μάθει όλα αυτά τα χρόνια. Ένα τέτοιο λαχείο θα προτιμούσα να μην το κερδίσουμε.

Ε: Οι εξοπλισμοί δεν μπορούν να μειωθούν;
Α: Έχουν μειωθεί, αλλά ελάχιστα. Η χώρα μας δαπανά για άμυνα περισσότερα από κάθε άλλη χώρα του ΝΑΤΟ (πλην ΗΠΑ). Φυσικά, η μείωση των εξοπλισμών πρέπει να συνοδεύεται από μια εξωτερική πολιτική που κλείνει ανοιχτά ζητήματα με τους γείτονες: ονομασία FYROM, Κυπριακό, Αιγαίο κτλ. Με Σαμαρά πρωθυπουργό κάτι τέτοιο θα ήταν λίγο δύσκολο.

Ε: Υπάρχουν άλλα «ισοδύναμα» μέτρα μείωσης των ελλειμμάτων;
Α. Φυσικά: αυτό εννοούσα όταν έλεγα προηγουμένως ότι χρειαζόμαστε ένα δικό μας Μνημόνιο. Εντελώς πρόχειρα, μερικά από τα κρίσιμα διλήμματα:
– Να καταργήσουμε την (εντελώς σκανδαλώδη) επιχορήγηση του ασφαλιστικού της ΔΕΗ ή να μειώσουμε τις συντάξεις;
– Να εξακολουθήσουμε να επιχορηγούμε τα χωριστά ασφαλιστικά ταμεία των άλλων εύπορων ομάδων (μηχανικών, νομικών, γιατρών, δημοσιογράφων, υπαλλήλων ΤτΕ) ή να ενισχύσουμε το εισόδημα των ανέργων και των φτωχών;
– Πώς να αυξήσουμε τα έσοδα, με αύξηση του ΦΠΑ που αποδίδει αμέσως αλλά είναι άδικος, ή με φόρο ακίνητης περιουσίας που είναι πολύ δικαιότερος και παραμένει χαμηλός στην Ελλάδα (παρά το «χαράτσι της ΔΕΗ» που θέλει φυσικά καλύτερο σχεδιασμό);
– Πώς μειώνουμε τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, με την προσυνταξιοδότηση έμπειρων (και ενίοτε πολύτιμων) στελεχών, ή ξεκινώντας την εφαρμογή της εφεδρείας από τους αργόμισθους και τους προσληφθέντες εκτός ΑΣΕΠ;
Και πολλά άλλα.

Μια δύναμη της μεταρρυθμιστικής αριστεράς θα πρέπει να μπορεί να απαντά σε τέτοια διλήμματα, και να θέτει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης συγκεκριμένες προτάσεις ισοδύναμων μέτρων. Αυτό μέχρι τώρα δεν έχει γίνει.

Πηγή

Ο γρίφος της Ελλάδας | Κωνσταντίνος Δασκαλάκης

Παράλληλη Ελλάδα: Στο ΜΙΤ της Βοστώνης, από τις περίπου 7.000 φοιτητές οι 400 είναι Ελληνες – μετά τους Αμερικανούς, οι περισσότεροι που προέρχονται από μία και μόνη χώρα. Το πιο εντυπωσιακό, όμως, ίσως είναι οι έλληνες καθηγητές αυτού του φημισμένου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης είναι ένα από τα πιο γνωστά και πιο διάσημα μέλη αυτής της παράλληλης Ελλάδας που διδάσκει στο ΜΙΤ. Τριάντα ετών και ήδη από τα 28 του είναι επίκουρος καθηγητής στην έδρα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Πληροφορικής.

Το 2004 τελείωσε το ΕΜΠ στην Ελλάδα, και στα 27 του, ενώ ήταν ακόμη φοιτητής στο Μπέρκλεϊ, ήταν βασικό μέλος της ομάδας η οποία θα έλυνε τον περιβόητο «γρίφο του Νας», ο οποίος παρέμενε άλυτος για 50 χρόνια· ο Χρίστος Παπαδημητρίου και ο Πολ Γκόλντμπεργκ ήταν οι άλλοι δύο «λύτες». Ο «γρίφος του Νας», η «θεωρία των παιγνίων», η πιο βασική μαθηματική θεωρία για την οικονομία του 20ού αιώνα· η ζωή του Τζον Νας είχε γίνει ταινία ήδη από το 2001, με το οσκαρικό «Ενας υπέροχος άνθρωπος»: πράγματα σχεδόν ασύλληπτα για οποιονδήποτε, πόσω μάλλον για έναν 27χρονο Ελληνα της ξενιτιάς.

Αμέσως τον προσλαμβάνει η Microsoft προσφέροντάς του δουλειά στη Σίλικον Βάλεϊ, αλλά την επόμενη χρονιά εκείνος αποφασίζει να εργαστεί ως καθηγητής στο ΜΙΤ. Η Microsoft τού κάνει μια μεγαλειώδη προσφορά για να παραμείνει, αλλά ο ίδιος προτιμά «το ζωντανό περιβάλλον ενός πανεπιστημίου».

Οι γονείς του είναι και οι δύο καθηγητές στην Ελλάδα. «Είναι δύο από τους δημοσίους υπαλλήλους που τους βρίζουν όλοι τώρα στην Ελλάδα, αλλά εγώ θυμάμαι ότι δεν αφιέρωναν σχεδόν καθόλου χρόνο σε μένα και στον αδελφό μου, επειδή πάντα έφερναν δουλειά και στο σπίτι». Τον συναντήσαμε στη Βοστώνη, δίπλα στο ΜΙΤ, σε ένα καφέ που μας πρότεινε. «Πηγαίνουμε εκεί επειδή στο ΜΙΤ έχει χάλια καφέ». Λαμπερό μυαλό, λαμπερή προσωπικότητα, λαμπερές απόψεις.

Τώρα που είστε σε μια απόσταση, ποιο θεωρείτε ότι είναι το πιο βασικό πρόβλημα στα ελληνικά ΑΕΙ;
«Η οικογενειοκρατία, η οποία στην Ελλάδα εκφράζεται και όταν βλέπεις πατεράδες και τα παιδιά τους ή τα ανίψια τους να κρατούν μια έδρα επί χρόνια, αλλά και όταν ένας τελειόφοιτος κάνει το διδακτορικό του σε κάποιον καθηγητή και τελικά γίνεται και ο ίδιος καθηγητής σε αυτή την έδρα. Οταν τελειώνεις το διδακτορικό σου στο Πολυτεχνείο ή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δεν νοείται να διαδέχεσαι τον καθηγητή στον οποίο έκανες το διδακτορικό σου. Αν αυτός ο καθηγητής έχει κάτι να προσφέρει στην παγκόσμια σφαίρα της γνώσης, τότε θα σε εκπαιδεύσει και θα σε στείλει κάπου αλλού, για να μεταλαμπαδεύσεις τη γνώση την οποία εκείνος έχει. Η γνώση είναι σαν τον αέρα, πρέπει να κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα, από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο, από χώρα σε χώρα και από ήπειρο σε ήπειρο· αλλιώς, αν μείνει περιορισμένη κάπου, γίνεται μούχλα».

Δηλαδή τον καθηγητή στον οποίο εσείς κάνατε το διδακτορικό σας, ποιος θα τον διαδεχθεί;
«Σίγουρα κάποιος άλλος! Εγώ έκανα το διδακτορικό μου στο Μπέρκλεϊ και ήρθα στο MIT να γίνω καθηγητής· δεν έμεινα εκεί».

Αν παραμένατε στο Μπέρκλεϊ, αυτό τι θα έδειχνε;
«Δεν θα έδειχνε τίποτε, διότι κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες αν ο απόφοιτος έχει κάτι να συμπληρώσει στο πανεπιστήμιο στο οποίο εκπαιδεύτηκε, μπορεί να παραμείνει. Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε πρέπει να φύγει και να πάει σε κάποιο άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα για να μεταφέρει εκεί τις καινούργιες αυτές γνώσεις και ιδέες. Στις ΗΠΑ, αν είχαμε τα πανεπιστήμια της Δυτικής Ακτής να εκπαιδεύουν τους δικούς τους επιστήμονες και να παραμένουν εκεί και από την άλλη είχαμε και αυτά της Ανατολικής Ακτής να κάνουν το ίδιο, τότε δεν θα υπήρχε επικοινωνία, δεν θα υπήρχε “σύγκρουση”, άρα ούτε και πρόοδος».

Ακούγεται τόσο λογικό αυτό και τόσο «φιλικό» προς τη γνώση και την επιστήμη.
 «Στο Πολυτεχνείο, ας πούμε, νομίζω ότι η εμπειρία μου ως φοιτητή και οι γνώσεις οι οποίες θα είχα πάρει θα ήταν πενταπλάσιες αν οι καθηγητές που είχα – και οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, είναι κόπια ο ένας του άλλου – ήταν όλοι από διαφορετική επιστημονική σχολή. Στα ελληνικά πανεπιστήμια έγινε το εξής: Κάποτε ήρθαν από το εξωτερικό κάποιοι μεγαλοκαθηγητές, οι οποίοι εκπαίδευσαν μερικούς φοιτητές και τους έκαναν καθηγητές. Ετσι ο κάθε καθηγητής έφτιαχνε μέσα στα τμήματα μια δική του “αυλή”, η οποία νεμόταν την εξουσία του τμήματος».

Χρησιμοποιώντας έναν μαθηματικό όρο, ποια θεωρείτε ότι είναι η βασική λαθεμένη υπόθεση από την οποία ξεκινήσαμε οι Ελληνες για τον εαυτό μας και έτσι, αναπόφευκτα, καταλήξαμε σε λάθος αποτέλεσμα πολιτισμικά και κοινωνικά;
«Δεν θέλω να είμαι σκληρός. Να σας πω ποια είναι η λάθος υπόθεση που εγώ έκανα όταν μεγάλωνα στην Ελλάδα: ότι όλοι γύρω μου είναι τίμιοι και ότι αυτό που έλεγαν το εννοούσαν».

Τον γρίφο της Ελλάδας μπορείτε να τον λύσετε;
«Είναι άλυτος! Οχι, αστειεύομαι. Οπως σε όλα τα πράγματα, υπάρχουν μικροκανόνες, οι οποίοι όμως καθορίζουν τα μακροσκοπικά θέματα. Νομίζω ότι οι Ελληνες είμαστε σε μια φάση όπου λέμε ότι φταίει η κακή μας τύχη, ενώ εμείς είμαστε φτιαγμένοι για τα ωραία και τα μεγάλα. Παράλληλα, ο ένας κοροϊδεύει τον άλλον, και ο ένας προσπαθεί να κλέψει τον άλλον με οποιονδήποτε τρόπο. Οταν δεν είσαι τίμιος απέναντι στον συνάνθρωπό σου, όταν ο ένας προσπαθεί να υπονομεύσει και να κλέψει τον άλλον, τότε αυτό θέτει τα θεμέλια για να συμβεί ό,τι συνέβη. Νομίζω είμαστε άξιοι αυτών που παθαίνουμε. Επίσης, έχουμε και αυτόν τον μύθο ότι οι Ελληνες είμαστε ντόμπροι».

Στην επίλυση ενός προβλήματος παίζει ρόλο και αυτός που προσπαθεί να το επιλύσει. Ας πούμε τώρα, με τον Λουκά Παπαδήμο πρωθυπουργό, πώς τα βλέπετε τα πράγματα;
«Οπως σε όλα τα άλυτα θέματα, έτσι και σε αυτό, πρέπει πρώτα να καταλάβεις ποιο είναι το λάθος. Αν ο Παπαδήμος καταλάβει ποιο είναι το λάθος στη δομή της ελληνικής κοινωνίας και της οικονομίας, τότε θα έχει κάνει το πρώτο μεγάλο βήμα για την επίλυση του προβλήματος».

Ναι, αλλά ένας πολιτικός μπορεί να καταλαβαίνει πολύ καλά ποιο είναι το λάθος και απλώς να μην κάνει τίποτε για να το λύσει, για άλλους λόγους.
«Σωστά. Αυτές είναι παραδοξότητες κυρίως του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Οταν βλέπεις το λάθος επί χρόνια και δεν το διορθώνεις, τότε η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά».

Την ημέρα που βραβευτήκατε επειδή βρήκατε τη λύση στο «γρίφο του Νας», στο κοινό βρισκόταν και ο ίδιος ο Νας. Βλέποντάς τον, σκεφτήκατε καθόλου ότι η ζωή είναι τελικά ένα παιχνίδι;
«Δεν είχα την παραμικρή ιδέα, δεν το περίμενα ότι ο Νας, στην ηλικία των 83 χρόνων, ένας ηλικιωμένος και καταξιωμένος επιστήμονας, θα γνώριζε ότι πρόκειται να μιλήσω για την εργασία του και θα ερχόταν στο συνέδριο. Μάλιστα, είχα ήδη αρχίσει να μιλάω δύο λεπτά και μπήκε καθυστερημένα».

Τον είδατε και ξαφνιαστήκατε; Τι σκεφτήκατε;
«Δεν κόμπλαρα, αν το θέτετε έτσι. Αυτά τα έχω ξεπεράσει. Είναι παιδικές αρρώστιες. Αυτό που σκέφτηκα είναι ότι, να, κλείνει ένας κύκλος. Συνέχισα την ομιλία μου, η οποία άλλωστε έχει μια άλλη μικρή ιστορία πίσω της».

Μπορείτε να μας την πείτε;
«Την τελευταία φορά που είχα δει την ταινία με θέμα τη ζωή του, το “Ενας υπέροχος άνθρωπος”, ήμουν μαθητής λυκείου, και φυσικά τότε δεν είχα ιδέα ούτε καν τι κλάδο θα ακολουθούσα στις σπουδές μου. Καθόμουν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στο Σικάγο, όπου επρόκειτο να γίνει η βράβευση, γράφοντας την ομιλία. Προσπαθούσα να την κάνω κατανοητή στους επιστήμονες οι οποίοι θα ήταν στο κοινό και τότε συνέβη κάτι εκπληκτικά συμπτωματικό. Είχα την τηλεόραση ανοιχτή απλώς για να ακούω κάποιον ήχο και έπειτα από ώρα αντιλαμβάνομαι ότι έδειχνε το “Ενας υπέροχος άνθρωπος”».

Αυτό πώς εξηγείται από ένα μαθηματικό μυαλό όπως το δικό σας;
«Νομίζω ότι ο κόσμος μας έχει απλές εξηγήσεις και δεν θέλω να στραφούμε στη μεταφυσική. Αυτή η τρελή σύμπτωση είναι πολύ τρελή για να είναι σύμπτωση. Απλώς θα υπάρχει κάποια απλή εξήγηση την οποία δεν γνωρίζω και, για να είμαι ειλικρινής, προτιμώ η απάντηση να μείνει ένας γρίφος».

Η λύση του γρίφου του Νας αποτελούσε αντικείμενο του πόθου για εσάς. Νιώσατε αυτή τη μελαγχολία που μας πιάνει συνήθως αφού κατακτήσουμε κάτι που θέλουμε πάρα πολύ;
«Αυτό συμβαίνει συνεχώς στη ζωή μου. Είναι μέρος της δουλειάς μου. Προσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα, το οποίο αρχικά δεν καταλαβαίνω, και το σκέφτομαι τόσο πολύ που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σιγά σιγά αρχίζω να το καταλαβαίνω και, όταν τελικά το λύσω, για μία μέρα πετάω στα σύννεφα, αλλά μετά με πιάνει μια κατάσταση μπλουζ. Το μπλουζ της κατάκτησης».

Μετά τη λύση του, ποιο νέο ερώτημα προέκυψε;
«Η εργασία που κάναμε δείχνει ότι τα μαθηματικά εργαλεία του τελευταίου αιώνα δεν είναι επαρκή για να εξηγήσουν τα οικονομικά συστήματα στα οποία ζούμε και στα οποία αλληλεπιδρούμε. Δηλαδή δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις υπάρχουσες οικονομικές θεωρίες για να κάνουμε προβλέψεις για ένα οικονομικό σύστημα του σήμερα. Για αυτά που συμβαίνουν τώρα χρειάζεται κάτι καινούργιο. Αρα το θέμα είναι να βρούμε μια μαθηματική θεωρία, η οποία να μπορεί από τις παραμέτρους του οικονομικού συστήματος, όπως ο φυσικός πλούτος, ο πληθυσμός, το εκπαιδευτικό σύστημα κτλ., να προβλέψει τι θα συμβαίνει. Προσπαθούμε να κάνουμε μέσα από τα μαθηματικά μια πρόβλεψη η οποία να λέει ότι “δεδομένων αυτών των συνθηκών, προβλέπουμε, για παράδειγμα, ότι η ανεργία θα είναι σε αυτό το επίπεδο ή τα προϊόντα θα έχουν αυτές τις τιμές”».

Πρακτικά πώς θα βοηθηθεί ο κάθε πολίτης αν βρεθεί αυτή η θεωρία;
«Ο καθένας από εμάς είναι ένα κινούμενο λάπτοπ το οποίο παίρνει ερεθίσματα, κάνει υπολογισμούς και αναπροσαρμόζει τη στρατηγική του. Ο ατομικός υπολογισμός μας, για να έρθει σε πέρας γρήγορα, θα πρέπει να έχει καλά υπολογιστικά στοιχεία, καλές πληροφορίες. Σε αυτό ακριβώς θα βοηθήσει».

Πόσοι άνθρωποι εργάζονται πάνω σε αυτό;
«Πολλοί. Σχεδόν όλοι οι οικονομολόγοι».

Εσείς νιώθετε ότι είστε κοντά;
«Προς το παρόν όχι. Υπάρχουν αυτές οι λύσεις, αλλά δεν θα είναι τόσο κομψές όσο οι ήδη υπάρχουσες».

Με τη λέξη «κομψές» τι εννοείτε;
«Να το πω απλά. Ο Νας πήρε το Νομπέλ Οικονομικών Επιστημών για ένα σημείωμα το οποίο είχε την έκταση μιας σελίδας».

Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποιος γρίφος ο οποίος μένει αιώνια άλυτος; «Ναι, ξέρουμε ότι υπάρχουν κάποιοι γρίφοι οι οποίοι εγγενώς δεν έχουν απάντηση, αλλά δεν ξέρουμε ποιοι είναι και δεν θα τους μάθουμε ποτέ, διότι κάποιοι θα προσπαθούν να τους λύσουν και άρα θα εκκρεμεί η πιθανότητα της απάντησής τους. Το βιβλίο “Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ” περιστρέφεται γύρω από την ιδέα ότι ένας μαθηματικός μπορεί να αφιερώσει όλη του τη ζωή στην απόδειξη ενός θεωρήματος, πράγμα που εγγενώς μπορεί να μην είναι δυνατό. Μπορεί δηλαδή να είναι αληθές και να μην καταφέρεις ποτέ να βρεις αντιπαράδειγμα».

Αν δουλεύει κάποιος επί χρόνια για κάτι ανάλογο και τελικά δεν βγάλει άκρη, πώς μπορεί να είναι αυτό το συναίσθημα;
«Θεωρώ ότι το ταξίδι προς την απάντηση είναι το πιο σημαντικό και όχι η λύση αυτή καθαυτή. Δείτε τον τετραγωνισμό του κύκλου, για παράδειγμα. Ο Αρχιμήδης, ο οποίος θεωρείται μαζί με τον Γκάους ο σημαντικότερος μαθηματικός όλων των εποχών, προσπαθούσε να λύσει αυτό το πρόβλημα και δεν τα κατάφερε. Εμεινε ανοιχτό ως τον 19ο αιώνα, οπότε και λύθηκε. Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί γιατί μας ενδιαφέρει τόσο πολύ η λύση του. Απλώς τα μαθηματικά τα οποία χρειάστηκαν για να λυθεί το πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου είναι πλέον πάρα πολύ σημαντικά».

Είναι κάπου χρήσιμα στην καθημερινότητά μας;
«Χρησιμοποιούνται πολύ στην πληροφορική. Σε αυτό το σημείο να τονίσω ότι ο Αρχιμήδης δεν θα μπορούσε ποτέ να προβλέψει ότι η απάντηση αυτού του γρίφου θα είχε τόσο μεγάλη μαθηματική σημασία. Οταν έθετε αυτό το πρόβλημα πριν από 20 αιώνες και κάτι, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο πολιτισμός μας σήμερα θα έχει αυτή τη μορφή και ότι τα μαθηματικά που θα απαιτούνταν για τη λύση του θα μας ήταν τόσο χρήσιμα σήμερα».

Αν με έναν τρόπο μαγικό ο Αρχιμήδης είχε βρει τη λύση εκείνη την εποχή, αυτό θα σήμαινε ότι θα άλλαζε ολόκληρος ο τότε πολιτισμός; «Ακριβώς».

Ισως και να μπορούσε να έχει προβλέψει πώς θα ήταν ο πολιτισμός αιώνες μετά;
«Οχι. Αν είχε καταφέρει να τετραγωνίσει τον κύκλο εκείνη την εποχή, αυτό θα σήμαινε μια διαφορετική ροή στην Ιστορία και άρα ο κόσμος σήμερα θα είχε διαφορετική μορφή, την οποία αντίστοιχα δεν θα μπορούσε να προβλέψει τότε. Ούτε εμείς ξέρουμε πώς θα ήταν ο κόσμος μας σήμερα».

Πολύ εντυπωσιακό. Μοιάζουν, όμως, να έχουν μια εξηγήσιμη συνέχεια όλα αυτά.
«Ακριβώς. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η επιστήμη είναι δυναμική. Ποτέ δεν ξέρουμε αν η θεωρία μας είναι σωστή ή, ακόμη, μπορεί να είναι σωστή στο να εξηγήσει κάποια πράγματα και ανεπαρκής στο να εξηγήσει κάποια άλλα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη στην περίπτωση της φυσικής. Ενας από τους πρώτους που πρότειναν κάποια θεωρία ήταν ο Νεύτωνας. Η Νευτώνεια Μηχανική λειτούργησε μια χαρά, βοήθησε τον άνθρωπο να κατασκευάσει μηχανές και ήταν σε γενική ισχύ ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Τότε ήρθε ο Αϊνστάιν, ο οποίος είπε ότι “η θεωρία αυτή είναι μια χαρά, αλλά σε υψηλές ταχύτητες δεν δουλεύει καθόλου και είναι ανεπαρκής”. Τελικά, έπειτα από πολύ καιρό, διατύπωσε τη γενική Θεωρία της Σχετικότητας. Στη συνέχεια ήρθαν οι κβαντομηχανικοί, οι οποίοι είπαν “ωραία η θεωρία του Αϊνστάιν, αλλά δυστυχώς σε αυτή την επιπλέον περίπτωση δεν ισχύει” και έκαναν μια πρόταση η οποία δουλεύει καλύτερα».

Η τύχη παίζει κάποιον ρόλο σε όλα αυτά;
«Θεωρώ πως σε ό,τι και να κάνεις υπάρχει ο παράγων τύχη, αλλά είναι ένα μικρό ποσοστό. Αυτά τα οποία μετρούν κυρίως είναι η όλη κουλτούρα που έχεις και όλη η εκπαίδευσή σου από τότε που ήσουν παιδί ως τη στιγμή που βρίσκεσαι να λύσεις αυτό που προσπαθείς να λύσεις. Ενα κομμάτι της απόδειξής μου για τον γρίφο του Νας κάθησα και το σκέφτηκα σπίτι μου, όταν είχε κρασάρει ο υπολογιστής μου, και περίμενα να ανοίξει. Ενώ, λοιπόν, ο υπολογιστής έπαιρνε πολλή ώρα να ξεκινήσει, εγώ απέδειξα ένα κομμάτι του θεωρήματος. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, θα δούλευα στον υπολογιστή μου και όταν αργότερα θα καθόμουν να σκεφτώ τον γρίφο του Νας μπορεί το μυαλό μου να ήταν σε άλλη κατάσταση και να μην προχωρούσε το θέμα. Μετράει η τύχη, όπως το να βρεθείς στο κατάλληλο περιβάλλον, στην κατάλληλη στιγμή, με τους σωστούς ανθρώπους, αλλά η γενικότερη κουλτούρα είναι η πιο σημαντική».

Η Ελλάδα νιώθετε ότι σας βοήθησε κάπου;
«Είναι πολύπλοκη η απάντηση, αλλά η Ελλάδα με βοηθάει ως έμπνευση. Ζούμε σε μία από τις πιο όμορφες χώρες του κόσμου, είναι έμπνευση η Ελλάδα. Εγώ είμαι από την Κρήτη. Η κρητική ψυχή είναι επίσης έμπνευση για εμένα. Αλλά και τα κακά του ελληνικού συστήματος, αν τα αντιστρέψεις, σε βοηθούν. Οταν ήμουν φοιτητής στην Ελλάδα, βρισκόμουν σε μια διαρκή αγωνία να ανακαλύψω μόνος μου τη γνώση και φανταστείτε ότι τότε το Internet μόλις που είχε αρχίσει να διαδίδεται. Σήμερα, ακόμη και αν βρισκόμουν σε ένα χωριό στην Ελλάδα, αν με ενδιέφερε κάτι, θα είχα τη δυνατότητα να παρακολουθήσω τα ανάλογα μαθήματα στο MIT, αφού αναρτούμε όλο το εκπαιδευτικό υλικό στο Internet για να το χρησιμοποιήσει όποιος θέλει στον κόσμο. Μπορεί να είσαι φοιτητής στην Ελλάδα και να παρακολουθείς δωρεάν. Λέγεται OpenCourseWare. Μπορούν οι φοιτητές στα ελληνικά πανεπιστήμια, όταν γίνονται καταλήψεις, να παίρνουν μέσω Διαδικτύου μαθήματα από το MIT».

Οι καταλήψεις στα ελληνικά πανεπιστήμια πώς σας φαίνονται;
«Ως γενική θέση είμαι υπέρ του να γίνεται κατάληψη όταν αποφασίζεται από την πλειοψηφία των φοιτητών, πράγμα το οποίο, όμως, δεν συμβαίνει στην Ελλάδα. Είμαι κατά των καταλήψεων οι οποίες αποφασίζονται από ένα πολύ μικρό ποσοστό των φοιτητών ενός τμήματος. Υπάρχει ένα 5% των φοιτητών οι οποίοι στις συνελεύσεις των τμημάτων παίρνουν τις αποφάσεις και τραμπουκίζουν τους άλλους φοιτητές. Εγώ υπέφερα από τις καταλήψεις στην εποχή μου. Τις χρονιές 1999 με 2004, από τις τέσσερις εξεταστικές του καλοκαιριού χάσαμε τις δύο».

Τότε πήρατε την απόφαση να φύγετε;
«Οχι. Το είχα αποφασίσει πιο νωρίς, στο δεύτερο έτος. Ηθελα να πάω στο εξωτερικό, να κάνω πρακτική εξάσκηση μέσα από ένα πρόγραμμα στο οποίο συμμετέχει το Πολυτεχνείο και σε φέρνει σε επαφή με εταιρείες που θέλουν να πάρουν φοιτητές να δουλέψουν το καλοκαίρι. Ηθελα να πάω σε μια εταιρεία στην Ιρλανδία, η οποία πήγαινε καλά τότε ως οικονομία, και κάποια στιγμή μού ζήτησαν να τους πω ημερομηνίες. Δεν είχα, όμως, την παραμικρή ιδέα πότε θα τελείωνε η εξεταστική. Εκεί θύμωσα, επειδή κατάλαβα ότι στην Ελλάδα είναι τελείως αβέβαια όλα».

Πώς γίνεται οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις που έχουν γίνει στην Ιστορία να είναι από πολύ νεαρά άτομα;
«Το να είσαι νεαρός βοηθά στο να ανατρέψεις μια παγιωμένη θεωρία, επειδή είσαι πιο κριτικός απέναντι σε αυτά που δίνονται ως “πατροπαράδοτες” αλήθειες. Επίσης, έχεις περισσότερο χρόνο και έχεις και πιο φρέσκο μυαλό. Δεν θεωρώ, πάντως, ότι η ηλικία αυτή καθαυτή σε βοηθάει να κάνεις κάποια ανακάλυψη, σκέψου ότι εμείς είμαστε τρεις άνθρωποι, ο Χρίστος (Παπαδημητρίου), ο Πολ (Γκόλντμπεργκ) και εγώ, οι οποίοι είμαστε σε τρεις πολύ διαφορετικές ηλικίες».

Οταν λύσατε αυτόν τον γρίφο, ήταν μια στιγμή όπου είπατε «αυτό ήταν, τέλειωσε» ή έγινε κάπως αλλιώς;

«Ηταν ένας μήνας που ξέραμε ότι κάθε βήμα μας ήταν επιτυχές. Εφόσον είδαμε το πρόβλημα από τη σωστή πλευρά, ξέραμε ότι αυτή είναι η αλήθεια που διέπει το Σύμπαν και ξέραμε ότι κάθε κίνησή μας ήταν σωστή. Υπήρχε μια στιγμή από εκεί και πέρα όπου ξέραμε ότι θα το λύσουμε. Ημασταν μαζί με τον Χρίστο και, όταν το βρήκαμε, είπαμε “αυτό πρέπει να είναι”. Νιώσαμε το απόλυτο δέος για αυτό που μπορεί να συμβεί και μια αγωνία για το αν πράγματι ο “θεός των μαθηματικών” θα είναι μαζί μας».

Την ηδονή αυτής της στιγμής με τι θα μπορούσατε να την παρομοιάσετε;
«Φαντάζομαι ότι, αν πιστεύεις στον Θεό, είναι ίσως η ηδονή την οποία έχεις όταν έρχεσαι σε επαφή με το θείο. Πιστεύω στον θεό των μαθηματικών και εγώ ήρθα σε επαφή με μια αρμονία στο Σύμπαν. Είναι μια ομορφιά».

Μπορείτε να το παραλληλίσετε με ένα πιο καθημερινό συναίσθημα, ώστε να μπορούμε να το αντιληφθούμε και εμείς;
«Εγώ πάντα όταν βλέπω το ηλιοβασίλεμα νιώθω δέος. Το έχω δει άπειρες φορές και δεν μπορεί να χωρέσει στο μυαλό μου η ομορφιά που βλέπω. Είναι το ίδιο συναίσθημα, αλλά με διαφορετικό τρόπο, επειδή είναι δική σου “γέννα”».

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜagazino στις 20 Νοεμβρίου 2011.

Κατεχόμενη Ελλάδα

Του Άρη Χατζηστεφάνου – Πηγή

Βάλτε τους διεφθαρμένους δημοσίους υπαλλήλους – αυτούς που λαδώνονται – να σταματήσουν τον Στόλο της Ελευθερίας. Αυτή ήταν, σε αδρές γραμμές, η «συμβουλή» που έδωσε στον πρωθυπουργό ένα από τα μεγαλύτερα εκδοτικά συγκροτήματα της χώρας, αναπαράγοντας ουσιαστικά τις εντολές που έστελνε το Τελ Αβίβ μέσα από διπλωματικά και δημοσιογραφικά κανάλια.
Και ο πρωθυπουργός υπάκουσε. Ο κρατικός μηχανισμός, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, κινήθηκε με αξιοθαύμαστη αποτελεσματικότητα. Οι ίδιοι ελεγκτικοί μηχανισμοί, που επιτρέπουν σε μονοπύθμενα να τριγυρνούν σαν ωρολογιακές βόμβες για το περιβάλλον, εντόπισαν τεχνικές ελλείψεις στα σκάφη της ανθρωπιστικής αποστολής. Ο ίδιος υπουργός, που κάποτε λέρωνε το βιογραφικό του με την τραγωδία του Σάμινα, σήμερα ενοχλείται γιατί τα σωσίβια στα ελληνικά σκάφη δεν αναγράφουν σωστά το όνομα του πλοίου.

Παράλληλα, σύμφωνα με τους διοργανωτές του Στόλου της Ελευθερίας, όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι ειδικές δυνάμεις του Ισραηλινού στρατού έχουν αναπτυχθεί στην ελληνική επικράτεια και πραγματοποιούν επιχειρήσεις δολιοφθοράς θέτοντας σε κίνδυνο όχι μόνο τη ζωή αθώων πολιτών αλλά και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Η κυβέρνηση, η ΕΥΠ, η αντιτρομοκρατική υπηρεσία και το ΓΕΕΘΑ σφυρίζουν αδιάφορα τη στιγμή που σαμποτέρ επιτίθενται σε ελληνικά πλοία. Ακόμη και η χούντα του Παπαδόπουλου θα είχε αρνηθεί έναν τέτοιο εξευτελισμό (σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες θεωρίες, ήταν ακριβώς η άρνηση των συνταγματαρχών να συνδράμουν τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ που επιτάχυνε την ανατροπή τους). Μόνο στα χρόνια του στρατηγού Τσολάκογλου οι κυβερνώντες επέτρεψαν τη δράση ξένων στρατιωτικών δυνάμεων στη χώρα. Ακόμη και αυτοί όμως διαχειρίστηκαν (προδοτικά) μια υπάρχουσα κατάσταση – δεν δημιούργησαν οι ίδιοι τις συνθήκες.

Στο ίδιο μήκος κύματος απάθειας κινήθηκαν και οι αστέρες της δημοσιογραφίας, που σε άλλες περιπτώσεις υστεριάζουν σαν αδιακόρευτες γεροντοκόρες για τις επιπτώσεις που θα έχει στον τουρισμό μια απεργία των λιμενεργατών. Η ενδεχόμενη δράση ξένων σαμποτέρ και ο τερματισμός της ελληνικής ελευθεροπλοϊας με εντολές το Τελ Αβίβ είναι ανεκτά. Το να απεργούν οι Έλληνες λιμενεργάτες είναι ανεπίτρεπτο.
Γενικότερα η υποβάθμιση μια υπόθεσης, όπως ο Στόλος της Ελευθερίας, που απασχολεί εδώ και ημέρες τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη δημοσιογραφική «αστοχία». Είναι ένα μιντιακό πραξικόπημα. Τα ίδια μέσα ενημέρωσης που δακρυρροούν κάθε φορά που το CNN δείχνει εικόνες από αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην Ελλάδα, τώρα αποκρύπτουν την έκταση που έχει λάβει το θέμα στο εξωτερικό. Δεν πρόκειται φυσικά για μια γενική παρατήρηση περί της αποτελεσματικότητας και των προθέσεων των ελληνικών ΜΜΕ. Η εναντίον τους κατηγορία μπορεί πλέον να διατυπωθεί με σαφήνεια: Συγκεκριμένοι αρχισυντάκτες και διευθυντές τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, που εκπέμπουν σε δημόσιες συχνότητες, αποκρύπτουν πληροφορίες που αφορούν την εθνική ασφάλεια και την ασφάλεια Ελλήνων πολιτών. Αν η ενδεχόμενη δράση ξένων στρατιωτικών δυνάμεων δεν αποτελεί γι΄ αυτούς είδηση, αποτελεί για εμάς, και θα πρέπει να διεκδικήσουμε να εγκαταλείψουν τις συχνότητες που τους έχουν παραχωρηθεί για να εκτελούν το λειτούργημα της ενημέρωσης των πολιτών.

Ας σταματήσουμε όμως να μεμψιμοιρούμε και ας δούμε την θετική πλευρά των πραγμάτων. Ο κρατικός μηχανισμός λειτουργεί. Η εντολή που έδωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός, να απαγορευθεί ο απόπλους μια ανθρωπιστικής αποστολής, εκτελέστηκε με πρωτοφανή αποτελεσματικότητα για τα μέχρι σήμερα δεδομένα του κυβερνητικού έργου – ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για το μοναδικό πρωθυπουργό στον πλανήτη ο οποίος δεν κατάφερε να επιβάλλει ούτε την απαγόρευση καπνίσματος.
Το πρόβλημα όμως με τον συγκεκριμένο «ηγέτη» και τη συγκεκριμένη κυβέρνηση είναι ότι λειτουργεί με σχετική επάρκεια μόνο όταν λαμβάνει σαφείς εντολές από πολιτικές και οικονομικές ελίτ στην Ελλάδα και το εξωτερικό: Οι ξένες τράπεζες ζήτησαν χρόνο για να πετάξουν το ελληνικό ομολογιακό χρέος στην ΕΚΤ και ο πρωθυπουργός τους τον έδωσε. Το ΔΝΤ ζήτησε να τεθεί σε εφαρμογή το μεγαλύτερο πρόγραμμα ξεπουλήματος δημόσιας περιουσίας στην ελληνική ιστορία και το Μαξίμου υπάκουσε. Οι Έλληνες επιχειρηματίες απαίτησαν επιστροφή στις εργασιακές συνθήκες του 19ου αιώνα και το ΠΑΣΟΚ γύρισε το χρόνο έναν αιώνα πίσω.

Ήταν από την πρώτη στιγμή προφανές ότι η απόλυτη υποταγή και ο δοσιλογισμός της κυβέρνησης και των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος, που παραμένουν σε αυτό, δεν θα περιοριζόταν στην εκχώρηση της οικονομικής πολιτικής. Η κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα δεν είναι πλέον μόνο οικονομική… είναι βαθιά πολιτική. Απειλεί την εθνική κυριαρχία και τη δημοκρατία. Όταν οι σύμμαχοί μας στις Βρυξέλλες άρχισαν να στέλνουν τοποτηρητές για να ελέγχουν τα σημαντικότερα υπουργεία της χώρας γιατί να μην έχουν και οι στρατηγικοί μας σύμμαχοι το δικαίωμα να στέλνουν ειδικές ομάδες υποβρυχίων καταστροφών;

Η δικαιολογία ότι η συγκεκριμένη κυβέρνηση μπορεί να αποκαλείται εσαεί δημοκρατική, επειδή ήρθε στην εξουσία με εκλογές, είναι τόσο σαθρή που αποφεύγουν να την επικαλούνται ακόμη και οι «ενσωματωμένοι» δημοσιογράφοι του Μαξίμου. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι και ο Χίτλερ με εκλογές ήρθε στην εξουσία. (Προφανώς το παράδειγμα δίνεται μόνο χάριν της λογικής του επιχειρήματος – δεν πιστεύω ότι ο Γ.Παπανδρέου μπορεί να συγκριθεί με τον Χίτλερ, μεταξύ άλλων γιατί δεν πληροί τις προϋποθέσεις γι΄ αυτό που ο Μαξ Βέμπερ αποκαλούσε “χαρισματική ηγεσία”).
Σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι η κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη. Γνωρίζουν φυσικά ότι το τέλος τους πλησιάζει. Δέχονται συνεχείς ταπεινώσεις ακόμη και από το Ισραήλ (το οποίο σε κάθε ευκαιρία εξευτελίζει προσωπικά τον πρωθυπουργό αφήνοντας να διαρρεύσει ότι οι εντολές για τον αποκλεισμό του στόλου δόθηκαν από το Τελ Αβίβ). Παρόλα αυτά η κυβέρνηση δείχνει ότι είναι διατεθειμένη να συνεχίσει το έργο της προωθώντας ακόμη πιο καταστροφικές αποφάσεις.

Το γεγονός ότι ο κ. Παπανδρέου λειτουργεί αποτελεσματικά μόνο σαν εντολοδόχος οικονομικών και πολιτικών κέντρων στην Ουάσινγκτον τις Βρυξέλλες, το Τελ Αβίβ αλλά και την Αθήνα, δεν τον καθιστά λιγότερο επικίνδυνο. Από το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου αρκετά πολιτικά συστήματα σε όλο τον κόσμο επέλεγαν τους λιγότερο ικανούς πολιτικούς για να διαχειριστούν καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Ο μέθυσος Γιέλτσιν έγινε συνώνυμο του ολοκληρωτικού ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας στην πρώην ΕΣΣΔ. Ο διανοητικά ανεπαρκής Τζορτζ Μπους κλήθηκε να κυβερνήσει όταν οι νεοσυντηρητικοί οργάνωναν την παγκόσμια σταυροφορία για τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών του πλανήτη. Έτσι και ο Γιώργος Παπανδρέου βρέθηκε στην εξουσία όταν το σύστημα απαιτούσε έναν άβουλο πολιτικό ο οποίος θα λάμβανε το χρίσμα του κόμματός του «κληρονομικώ δικαίω», για να προωθήσει τη μεγαλύτερη επίθεση εναντίον των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Παραοικονομία | Δήμος Ναυπλίου

Παραοικονομία στο Δήμο Ναυπλίου

Στις άγιες μέρες του Πάσχα η παραοικονομία οργίαζε στο κέντρο του Ναυπλίου.

Τις μέρες του Πάσχα το Ναύπλιο έγινε πόλος έλξης επισκεπτών.

Άμεση συνέπεια είχε το Ναύπλιο, να γίνει κέντρο-άντρο της παραοικονομίας.

Όπως βλέπουμε στη φωτογραφία δεν ήταν λίγοι οι πλανόδιοι πωλητές που προσπαθούσαν να βγάλουν το ψωμί τους στην πλατεία Συντάγματος.

Επειδή δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο νόμος και αν αυτός επηρεάζεται από το πλαίσιο του Καλλικράτη, υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει τι ακριβώς υπαγορεύει ο νόμος;

Ποιανού αρμοδιότητα είναι η αντιμετώπισή της;

Της δημοτικής αστυνομίας; του ΣΔΟΕ; της Αστυνομίας; Και των τριών; Άλλου φορέα; Γνωρίζει κανείς; Τι ρόλο παίζει η δημοτική Αστυνομία?

Ποια η πολιτική του δημοτικού συμβουλίου για τα φαινόμενα αυτά; Υπάρχει πολιτική αντιμετώπισης;

Διάβαζουμε στο Βήμα ότι η παραοικονομία φτάνει τα 59 δις ευρώ! Αν ο δήμος την ενθαρρύνει, τουλάχιστον να οργανώσει κάποια συγκεκριμένα σημεία, να παίρνει και κανά φράγκο από αυτή την πίτα, γιατί χρωστά ο άμοιρος από την καλό-διαχείριση.

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ | ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

Η Τράπεζα της “Ελλάδος” δημιουργήθηκε το 1928 από την κοινωνία των εθνών, άλλη μία περίπτωση κόπιας της Αγγλικής Τράπεζας και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ. Δείτε περισσότερα εδώ.

1.

2. (08.42 – Ανεξάρτητη Αρχή, κανένας έλεγχος δεν μπορεί να γίνει από το κράτος)

3.

4.

Ο Δημήτρης Καζάκης στο Κρητη TV αδειάζει την πολιτική ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. | Krete TV


Ο κ. Καζάκης υποστηρίζει ότι η χώρα έπρεπε να πάει κατευθείαν σε αναδιάρθρωση τον Σεπτέμβρη του 2009, ώστε η Ελλάδα να έχει να κάνει κατευθείαν με τους δανειστές της, έτσι ώστε να διατηρήσουμε την εθνική μας κυριαρχία.

Υποστηρίζει ότι ο κ. Παπανδρέου απλά εξυπηρετεί συμφέροντα με γνώμονα το βιογραφικό του και μόνο και όχι το συμφέρον της χώρας.

Υποστηρίζει ότι η χώρα, για πρώτη φορά μετά το έτος ιδρύσεως της, το 1827, απειλείται η συγκρότηση του Ελληνικού κράτους (οικονομική, κοινωνική και νομική), ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τέτοια απειλή αφανισμού του Ελληνικού κράτους.

Τουλάχιστον ακούμε μή πολιτικά λόγια, τα οποία έχουμε μπουχτίσει. Αν η αλήθεια είναι διαφορετική ας βγει κάποιος να την πει και να διαψεύσει τον κάθε Καζάκη.

Η κρίση δική σας…